Οι πυρηνικές (αν)ισορροπίες στην Ευρώπη

Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες κλονίζονται από απρόβλεπτες μεταβολές, η απειλή της απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη και η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας για ενδεχόμενη χρήση της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας έχουν προκαλέσει ένα κύμα πανικού εντός του ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερα η Γερμανία, ως το οικονομικό και γεωγραφικό κέντρο της ηπείρου, βρίσκεται σε κατάσταση βαθιάς υπαρξιακής ανησυχίας, καθώς αντιμετωπίζει την προοπτική μιας Ευρώπης χωρίς την παραδοσιακή αμερικανική στήριξη.

Οι δύο θεμελιώδεις πυλώνες του ΝΑΤΟ – οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις που σταθμεύουν στην Ευρώπη και η πυρηνική ομπρέλα των Ηνωμένων Πολιτειών – αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της συμμαχίας από την ίδρυσή της. Εάν μια απόσυρση περιοριστεί μόνο στα αμερικανικά στρατεύματα, η Γερμανία μπορεί ακόμη να διατηρήσει κάποιες ελπίδες, επεκτείνοντας τον δικό της στρατό και στηρίζοντας την άμυνα σε συμβατικές δυνάμεις, αλλά σε χαμηλότερο ποιοτικό επίπεδο. Ωστόσο, η απόσυρση της πυρηνικής ομπρέλας δημιουργεί ένα αγεφύρωτο κενό, καθώς η ανάπτυξη  πυρηνικών όπλων από τη Γερμανία θεωρείται όχι μόνο πολιτικά απαράδεκτη, λόγω του ιστορικού βάρους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των διεθνών συνθηκών, αλλά και πρακτικά αδύνατη στο ορατό μέλλον, δεδομένων των περιορισμών από συνθήκες όπως, η Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα λειτουργούσε ως η ύστατη εγγύηση ασφάλειας για τη Γερμανία, η οποία βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Παρά τις εσωτερικές διαμαρτυρίες και τις γκρίνιες – όπως η διάσημη φράση ότι «τα τακτικά πυρηνικά όπλα είναι εκείνα που θα εκραγούν στη Γερμανία» – η απουσία αυτής της προστασίας ήταν αδιανόητη, καθώς εξασφάλιζε την ισορροπία δυνάμεων απέναντι στη σοβιετική απειλή.

Σήμερα, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αναζωπυρώσει αυτές τις ανησυχίες, με τις επανειλημμένες απειλές της Ρωσίας για χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων να προκαλούν φόβο στη γερμανική ηγεσία και να υπενθυμίζουν ότι η πυρηνική ομπρέλα παραμένει ζωτικής σημασίας σε έναν κόσμο, όπου οι πυρηνικές απειλές δεν είναι πλέον θεωρητικές. Στις γερμανικές εκλογές του 2025, ο Φρίντριχ Μερτς, ως ηγέτης του CDU, έθεσε το ζήτημα ανοιχτά, δηλώνοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να μάθει να αμύνεται χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες και κάλεσε σε μια σοβαρή συζήτηση για «πυρηνικό διαμοιρασμό» με τη Βρετανία και τη Γαλλία. Σύμφωνα με τον Μερτς, τουλάχιστον η πυρηνική ασφάλεια των δύο αυτών ευρωπαϊκών δυνάμεων θα μπορούσε να επεκταθεί και στη Γερμανία, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο αποτροπής απέναντι σε εξωτερικές απειλές.

Ο όρος «πυρηνικός διαμοιρασμός» αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο μηχανισμό εντός του ΝΑΤΟ, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες αναπτύσσουν πυρηνικά όπλα σε εδάφη συμμάχων τους, επιτρέποντας σε αυτούς τους συμμάχους να συμμετέχουν σε πυρηνικές επιχειρήσεις μέσω της παροχής βάσεων, μαχητικών αεροσκαφών και άλλων μέσων, αποκτώντας έτσι έμμεση πυρηνική αποτροπή χωρίς να παραβιάζουν διεθνείς συνθήκες. Εκτιμάται ότι οι ΗΠΑ διατηρούν περίπου 100 πυρηνικές βόμβες σε χώρες του ΝΑΤΟ, με σημαντικό αριθμό σε αμερικανικές βάσεις στη Γερμανία, όπως στο Ραμστάιν ή στο Μπίσελ. Είναι σημαντικό να τονιστεί, ότι αυτός ο διαμοιρασμός βασίζεται σε σύστημα διπλού ελέγχου, όπου τα πυρηνικά όπλα μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνο με την κοινή έγκριση των ΗΠΑ και των εταίρων, εξασφαλίζοντας έτσι την αποφυγή μονομερών ενεργειών και διατηρώντας την ενότητα της συμμαχίας. Αυτή η πρακτική χρονολογείται από τον Ψυχρό Πόλεμο και έχει εξυπηρετήσει ως μέσο ενίσχυσης της συνοχής του ΝΑΤΟ απέναντι σε σοβιετικές απειλές.

ΟΙ ΠΥΡΗΝΙΚΟΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Στις 24 Φεβρουαρίου 2025, η βρετανική εφημερίδα Daily Telegraph ανέφερε δηλώσεις Γάλλου αξιωματούχου, ο οποίος δήλωσε ότι η Γαλλία είναι «έτοιμη» να αναπτύξει μαχητικά αεροσκάφη εξοπλισμένα με πυρηνικά όπλα, σε γερμανικό έδαφος. Ο αξιωματούχος τόνισε ότι «δεν θα ήταν δύσκολο να αναπτυχθούν λίγα γαλλικά πυρηνικά μαχητικά στη Γερμανία», αλλά μια τέτοια κίνηση θα έστελνε ένα «δυνατό μήνυμα» προς τη Ρωσία, ενισχύοντας την αποτροπή σε μια εποχή αυξανόμενων εντάσεων. Αυτή η γαλλική πρόταση δεν περιορίζεται μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά αυξάνει και την πίεση προς τη Βρετανία, η οποία μπορεί να αναγκαστεί να ακολουθήσει παρόμοια βήματα για να αποδείξει τη δέσμευσή της στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και να διατηρήσει την επιρροή της εντός του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις δηλώσεις κρύβεται ένα βαθύ ερώτημα: διαθέτουν πράγματι η Βρετανία και η Γαλλία την ικανότητα να αναλάβουν το βάρος της πυρηνικής ομπρέλας για ολόκληρο το ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα σε έναν κόσμο όπου η Ρωσία παραμένει μια πυρηνική υπερδύναμη;

Για να κατανοήσουμε το βάθος αυτού του ερωτήματος, πρέπει να εξετάσουμε την ιστορική εξέλιξη της γαλλικής εμπλοκής στο ΝΑΤΟ. Το 1966, υπό την ηγεσία του Σαρλ ντε Γκωλ, η Γαλλία αποχώρησε από την ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ, αρνούμενη να θέσει τις δυνάμεις της υπό ξένη διοίκηση και περιορίζοντας τη συμμετοχή της μόνο σε πολιτικό επίπεδο. Αυτή η απόφαση αντανακλούσε τη γαλλική επιδίωξη για εθνική ανεξαρτησία, ιδιαίτερα σε πυρηνικά ζητήματα και οδήγησε σε μια περίοδο όπου ο γαλλικός στρατός παρέμενε σταθμευμένος στη Γερμανία βάσει της Συμφωνίας του Πότσνταμ, ενώ τα τακτικά πυρηνικά όπλα της – όπως τα βλήματα μικρού βεληνεκούς Pruton και τα βομβαρδιστικά Mirage IV – κάλυπταν αποκλειστικά τη δική της επικράτεια. Αυτή η πολιτική αυτονομίας διήρκεσε μέχρι το 2009, όταν η Γαλλία επέστρεψε πλήρως στη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ, εν μέσω νέων απειλών που πρόκυπταν από την αναδιάταξη του παγκόσμιου συστήματος ασφαλείας.

Σήμερα, τα τακτικά πυρηνικά όπλα της Γαλλίας περιορίζονται στους πυραύλους κρουζ ASMP-A, οι οποίοι εκτοξεύονται από μαχητικά Rafale και διαθέτουν εμβέλεια περίπου 500 χιλιομέτρων, με πυρηνικές κεφαλές ισχύος 100.000 έως 300.000 τόνων ισοδύναμου ΤΝΤ. Στο στρατηγικό επίπεδο, η Γαλλία βασίζεται σε τέσσερα πυρηνικά υποβρύχια κλάσης Triomphant, το καθένα ικανό να φέρει 16 διηπειρωτικά βλήματα M51, εξοπλισμένα με πολλαπλές ανεξάρτητες κεφαλές. Μέχρι το 2023, το συνολικό απόθεμα πυρηνικών κεφαλών της Γαλλίας εκτιμάται σε περίπου 290, ένας αριθμός που, ενώ είναι εντυπωσιακός για ευρωπαϊκά δεδομένα, είναι περιορισμένος σε σύγκριση με τις μεγάλες δυνάμεις.

Από την άλλη πλευρά, η Βρετανία, ως άλλη ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη, διαθέτει ένα πιο συγκεντρωμένο οπλοστάσιο. Μέχρι το 2023, υπολογίζεται ότι είχε περίπου 225 πυρηνικές κεφαλές, όλες μεταφερόμενες αποκλειστικά από διηπειρωτικούς πυραύλους Trident D5, χωρίς καμία τακτική πυρηνική ικανότητα. Αυτά τα όπλα είναι αναπτυγμένα σε τέσσερα πυρηνικά υποβρύχια κλάσης Vanguard, το καθένα ικανό να φέρει έως και 16 βλήματα, με κάθε βλήμα να μπορεί να μεταφέρει πολλαπλές κεφαλές. Αυτή η εστίαση στο στρατηγικό επίπεδο αντανακλά τη βρετανική στρατηγική της «συνεχούς αποτροπής στη θάλασσα», όπου τουλάχιστον ένα υποβρύχιο βρίσκεται πάντα σε περιπολία, εξασφαλίζοντας ικανότητα αντιποίνων ακόμα και σε περίπτωση αιφνίδιας επίθεσης. Ωστόσο, η απουσία τακτικών πυρηνικών όπλων περιορίζει δραστικά την ευελιξία της Βρετανίας σε σενάρια περιορισμένης κλιμάκωσης, όπου η χρήση στρατηγικών όπλων θα ισοδυναμούσε με πλήρη πυρηνικό πόλεμο.

Σε αντίθεση με αυτές τις περιορισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Ρωσία παραμένει μια πυρηνική υπερδύναμη, ισάξια των Ηνωμένων Πολιτειών, με ένα οπλοστάσιο που συνδυάζει ποσότητα, ποικιλία και τεχνολογική υπεροχή. Τα στρατηγικά της πυρηνικά όπλα περιλαμβάνουν χερσαία βαριά διηπειρωτικά βλήματα όπως το Sarmat (γνωστό και ως Satan II), το Yars και το Topol-M, τα οποία διαθέτουν ικανότητα πολλαπλών ανεξάρτητων κεφαλών και υπερηχητικές ταχύτητες, καθιστώντας τα δύσκολα αντιμετωπίσιμα από υπάρχοντα αμυντικά συστήματα. Στα υποβρύχια, βλήματα όπως το Bulava και το Sineva εξοπλίζουν τα πυρηνικά υποβρύχια Borei-class, ενώ τα βομβαρδιστικά Tu-160 και Tu-95MS μεταφέρουν πυρηνικούς πυραύλους κρουζ μεγάλης εμβέλειας. Στο τακτικό επίπεδο, η Ρωσία υπερτερεί με συστήματα όπως τα Iskander-M, μικρού βεληνεκούς βαλλιστικά βλήματα ικανά για πυρηνική χρήση, τους πυραύλους Kalibr (γνωστούς και ως Club), τους υπερηχητικούς πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς Oreshnik, ικανούς να φέρουν πυρηνικές κεφαλές και μαχητικά αεροσκάφη Su-24, Su-34 και Su-57 εξοπλισμένα με πυρηνικές βόμβες και πυραύλους. Ακόμα και συστήματα πυροβολικού, όπως πυραυλικοί εκτοξευτήρες, και αντιαεροπορικά βλήματα μπορούν να προσαρμοστούν για τακτικά πυρηνικά πλήγματα, προσθέτοντας στρώματα ευελιξίας.

Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί της ανισορροπίας: η Ρωσία διαθέτει περίπου 300 χερσαία διηπειρωτικά βλήματα ικανά να μεταφέρουν έως 1.200 πυρηνικές κεφαλές, 160 υποβρυχιακά βλήματα με έως 800 κεφαλές, και περίπου 70 πυρηνικά βομβαρδιστικά με ικανότητα μεταφοράς έως 500 κεφαλών. Στα τακτικά πυρηνικά, εκτιμάται ότι υπάρχουν 1.000 έως 2.000 κεφαλές σε πυραύλους και κρουζ, 500 σε αεροσκάφη, και άλλες 500 σε συστήματα πυροβολικού και αεράμυνας, φτάνοντας συνολικά σε 5.000 έως 5.500 κεφαλές, συμπεριλαμβανομένων των αποθεμάτων. Παρόλο που συνθήκες όπως η New START περιορίζουν τις αναπτυσσόμενες στρατηγικές κεφαλές σε 1.550, τα τακτικά πυρηνικά δεν υπόκεινται σε τέτοιους περιορισμούς, δίνοντας στη Ρωσία τεράστια ευελιξία σε σενάρια περιορισμένου πολέμου. Αυτή η υπεροχή δεν είναι μόνο αριθμητική, αλλά και ποιοτική, με προηγμένες τεχνολογίες κυρίως σε υπερηχητικά βλήματα, που καθιστούν τις ρωσικές απειλές πιο δύσκολα προβλέψιμες και αντιμετωπίσιμες.

Προφανώς, όταν συγκρίνουμε τις συνδυασμένες πυρηνικές δυνάμεις της Βρετανίας και της Γαλλίας με αυτές της Ρωσίας, η ανισορροπία είναι εμφανής: οι ευρωπαϊκές δυνάμεις διαθέτουν πολύ λιγότερες κεφαλές και εστιάζουν κυρίως στο στρατηγικό επίπεδο, με περιορισμένη τακτική ικανότητα. Αυτή η εστίαση έχει καθοριστικές επιπτώσεις στην ικανότητά τους να παρέχουν μια αξιόπιστη πυρηνική ομπρέλα, καθώς η έννοια της ομπρέλας δεν περιορίζεται απλώς στην κατοχή πυρηνικών όπλων.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ

Στην πραγματικότητα, η πυρηνική αποτροπή βασίζεται σε πολύπλοκους μηχανισμούς που αποφεύγουν την αυτοκαταστροφή, καθώς κανένα κράτος δεν επιλέγει τα πυρηνικά όπλα ως μέσο αυτοκτονίας. Το σενάριο της «αμοιβαίας εξόντωσης» (MAD, Mutual Assured Destruction) είναι μια ύστατη επιλογή, που εξετάζεται μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη διέξοδος επιβίωσης. Συνεπώς, η πυρηνική ομπρέλα στηρίζεται πρωτίστως σε μηχανισμούς πυρηνικών αντιποίνων, τα οποία μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε συμμετρικά και ασύμμετρα, με τα ασύμμετρα να υποδιαιρούνται περαιτέρω, σε υπερ-συμμετρικά (υπερβολικά) και υπο-συμμετρικά (υποδεέστερα).

Το συμμετρικό πυρηνικό αντίποινο συνίσταται σε αντίδραση παρόμοιας φύσης και έντασης με την αρχική επίθεση. Για παράδειγμα, εάν ένας αντίπαλος χρησιμοποιήσει τακτικά πυρηνικά όπλα εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, η απάντηση θα είναι αντίστοιχα τακτικά πυρηνικά πλήγματα σε εχθρικούς στρατιωτικούς στόχους. Ο στόχος εδώ είναι η αποδοτική χρήση της πυρηνικής ισχύος για να καλύψει ελλείψεις σε συμβατικά όπλα, χωρίς να οδηγηθεί η σύγκρουση σε πλήρη καταστροφή.

Στα χρόνια του 1950, τα τακτικά πυρηνικά σχεδιάζονταν κυρίως για την αντιμετώπιση μαζικών επιθέσεων πεζικού και αρμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας, όπως αυτές που φαντάζονταν οι στρατηγοί του Ψυχρού Πολέμου, στα ευρωπαϊκά πεδία μάχης. Σήμερα, ωστόσο, με την απουσία τέτοιων μαζικών συμβατικών επιθέσεων μεταξύ μεγάλων δυνάμεων – λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας και των τακτικών – τα τακτικά πυρηνικά έχουν προσαρμοστεί σε νέους ρόλους. Χρησιμοποιούνται πλέον για την καταστροφή μεγάλων στόχων, όπως αεροδρόμια, λιμάνια, κέντρα διανομής υλικού και συγκέντρωσης δυνάμεων, όπου η συμβατική ισχύς μπορεί να μην επαρκεί για γρήγορη και οριστική εξουδετέρωση.

Περαιτέρω, ένας από τους κύριους σύγχρονους ρόλους των τακτικών πυρηνικών είναι η επίθεση σε ιδιαίτερα σκληρούς και προστατευμένους στόχους, όπως υπόγειες διοικήσεις, αποθήκες πυρομαχικών, ενισχυμένα καταφύγια αεροσκαφών και άλλες εγκαταστάσεις που είναι δύσκολο να καταστραφούν με συμβατικά πυρομαχικά. Πολλοί από αυτούς τους στόχους σχεδιάζονται για να αντέχουν σε πυρηνικά πλήγματα, αλλά αυτό συνήθως αφορά έμμεσα χτυπήματα, επιφανειακές εκρήξεις ή αεροπορικά πλήγματα σε απόσταση. Εάν, όμως, χρησιμοποιηθεί μια ειδική πυρηνική κεφαλή με ακριβή καθοδήγηση και ικανότητα διείσδυσης στο έδαφος, η κατάσταση αλλάζει δραματικά. Μια υπόγεια πυρηνική έκρηξη μπορεί να λιώσει και να ρευστοποιήσει τις γεωλογικές δομές, καταστρέφοντας ακόμα και τα πιο ενισχυμένα καταφύγια. Αυτό το επίπεδο καταστροφής καθιστά τα τακτικά πυρηνικά απαραίτητα σε σενάρια όπου η ταχεία εξουδετέρωση κρίσιμων στόχων μπορεί να αλλάξει την πορεία μιας σύγκρουσης, χωρίς να οδηγηθεί σε πλήρη πυρηνικό όλεθρο.

Από την άλλη, το ασύμμετρο πυρηνικό αντίποινο αποσκοπεί στην αποτροπή του αντιπάλου μέσω μιας υπερβολικής επέκτασης του εύρους ή της ισχύος της απάντησης, ή, αντίθετα, μέσω μιας ηπιότερης αντίδρασης που λειτουργεί ως σοβαρή προειδοποίηση πριν από περαιτέρω κλιμάκωση. Σε υπερ-συμμετρικά σενάρια, η απάντηση μπορεί να υπερβαίνει δραστικά το αρχικό πλήγμα, στοχεύοντας στην καταστροφή της ικανότητας του εχθρού να συνεχίσει τον πόλεμο ή στην αποτροπή περαιτέρω επιθετικότητας μέσω συντριπτικής υπεροχής. Αντίθετα, τα υπο-συμμετρικά αντίποινα χρησιμοποιούν λιγότερο ισχυρά μέσα για να στείλουν ένα μήνυμα, αποφεύγοντας την άμεση κλιμάκωση αλλά διατηρώντας την απειλή μεγαλύτερης βίας. Αυτές οι στρατηγικές είναι ιδιαίτερα χρήσιμες σε τακτικά πυρηνικά πλήγματα, όπου η διατήρηση της σύγκρουσης κάτω από το κατώφλι της αμοιβαίας εξόντωσης, είναι κρίσιμη.

Ωστόσο, όταν η σύγκρουση ανεβαίνει στο στρατηγικό επίπεδο, αυτές οι διακρίσεις παύουν να υφίστανται. Η ουσία ενός στρατηγικού πυρηνικού πλήγματος είναι είτε η άμεση και μη αναστρέψιμη καταστροφή του αντιπάλου είτε η αμοιβαία εξόντωση, χωρίς ενδιάμεσες λύσεις. Σε τέτοια σενάρια, το χειρότερο αποτέλεσμα είναι να μείνει ο αντίπαλος αλώβητος ενώ η δική σου πλευρά καταστρέφεται. Γι’ αυτό τα σταθερά υπόγεια σιλό εκτόξευσης διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο: είναι γνωστοί, σταθεροί στόχοι που δεν μπορούν να αποφύγουν επίθεση, αλλά, ταυτόχρονα, μπορούν να εκτοξεύσουν τα βλήματά τους πριν καταστραφούν, χάρη σε προηγμένα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και αυτοματοποιημένων εντολών. Μόλις τα διηπειρωτικά βλήματα εκτοξευθούν, η τύχη των άδειων σιλό είναι αδιάφορη – το πλήγμα έχει ήδη δοθεί.

Αυτό δημιουργεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα στη πυρηνική στρατηγική: καμία πλευρά δεν μπορεί να ανεχτεί εμφανή ικανότητα αντιποίνων από τον αντίπαλο. Συνεπώς, σε στρατηγικό επίπεδο, ακολουθείται η αρχή «καλύτερα να σκοτώσεις λάθος παρά να χάσεις στόχο», με πλήγματα σε όλα τα γνωστά σιλό, βάσεις υποβρυχίων και αεροδρόμια βομβαρδιστικών, εκτός αν επιβεβαιωθεί ότι είναι άδεια. Στα πυρηνικά δόγματα των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης κατά το αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, το πρώτο κύμα πυρηνικών πυραύλων στόχευε πρωτίστως τέτοιους πυρηνικούς στόχους, καταναλώνοντας τεράστιους όγκους πυρηνικών πυρομαχικών και αφήνοντας λιγότερα για πολιτικούς, στρατιωτικούς ή αστικούς στόχους. Αυτή η προσέγγιση οδήγησε σε αγώνα εξοπλισμών, όπου και οι δύο πλευρές έχτιζαν μαζικά σιλό για να συσσωρεύσουν προληπτική ικανότητα και να δημιουργήσουν υποχρεωτικούς στόχους, επιδιώκοντας αριθμητική υπεροχή για να αποφύγουν την ευπάθεια.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι πυρηνικοί βομβαρδιστικοί έπαιζαν κρίσιμο ρόλο λόγω της ευελιξίας τους. Σε φάση έντασης, τα αεροσκάφη μπορούσαν να απογειωθούν προληπτικά και να παραμείνουν στον αέρα με εναέριο ανεφοδιασμό για ημέρες, περιμένοντας εντολές. Αυτή η ικανότητα επέτρεπε όχι μόνο προληπτικά πλήγματα αλλά και αντίποινα, με δυνατότητα αλλαγής στόχων ή ακόμα και ανάκλησης εν πτήσει – ένα μοναδικό χαρακτηριστικό σε σχέση με υποβρύχια ή χερσαία βλήματα. Τα πυρηνικά υποβρύχια, από την άλλη, υπερτερούν σε απόκρυψη, με βλήματα μεγάλης εμβέλειας όπως το Trident D5, ικανά να μεταφέρουν έως 12 κεφαλές W76 (100.000 τόνοι) ή 8 W88 (475.000 τόνοι). Ωστόσο, η επικοινωνία με τα υποβρύχια είναι περιορισμένη, βασιζόμενη σε υπερμακρά κύματα για σύντομα μηνύματα, καθιστώντας τα ιδανικά για αντίποινα, αλλά λιγότερο για προληπτικά πλήγματα.

Με την εξέλιξη των κινητών χερσαίων βλημάτων από τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου, αυτά μπορούν να αντικαταστήσουν εν μέρει τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, προσφέροντας υψηλή κινητικότητα και επιβιωσιμότητα. Ωστόσο, δεν προσελκύουν πυρηνικά πλήγματα όπως τα σταθερά σιλό, αναγκάζοντας τον αντίπαλο να εστιάσει σε άλλους στόχους.

Είναι κρίσιμο να διευκρινίσουμε ότι η πυρηνική αντιπαράθεση δεν οδηγεί απαραίτητα σε MAD. Η MAD είναι στρατηγική αμοιβαίας καταστροφής, αλλά τα πυρηνικά όπλα δεν προορίζονται για αυτοκαταστροφή. Η σταδιακή κλιμάκωση είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η παθητικότητα σε περιορισμένα πλήγματα και γι’ αυτό, μεγάλες δυνάμεις όπως ΗΠΑ και Ρωσία διαθέτουν μαζικά τακτικά πυρηνικά, υπερβαίνοντας αριθμητικά τα στρατηγικά.

Για μικρές πυρηνικές δυνάμεις, η κατάσταση διαφέρει: η περιορισμένη αντοχή τους τις καθιστά ευάλωτες, και η στρατηγική τους εστιάζει στο «θα σε πονέσω ακόμα και αν πεθάνω», όχι σε πλήρη MAD. Η Βρετανία και η Γαλλία ακολουθούν αυτό το μοντέλο, με έμφαση σε υποβρύχια και κινητά μέσα, ενώ η Γαλλία διατηρεί και περιορισμένα τακτικά (περίπου 20% του συνόλου), αντίστροφα από τις υπερδυνάμεις.

Αυτοί οι παράγοντες δημιουργούν τεράστια προβλήματα για την παροχή πυρηνικής ομπρέλας από τη Βρετανία και τη Γαλλία. Η γαλλική πρόταση ανάπτυξης Rafale στη Γερμανία είναι περισσότερο συμβολική, στέλνοντας μήνυμα στη Ρωσία, αλλά χωρίς ουσιαστική ισχύ. Με μόνο 50 τακτικά πυρηνικά ASMP-A, δεν μπορεί να διαμορφωθεί μια αξιόπιστη απάντηση, έναντι των ρωσικών τακτικών. Η πίεση στη Βρετανία είναι μάταιη, καθώς της λείπουν πλήρως τα τακτικά μέσα.

Το αίτημα της Γερμανίας για πυρηνικό διαμοιρασμό απαιτεί πυρηνικές τροποποιήσεις υπαρχόντων μαχητικών, ή την αγορά των F-35, που είναι μια μακρά διαδικασία. Η Βρετανία θα χρειαζόταν χρόνια για επανεκκίνηση της παραγωγής πυρηνικών όπλων, πολύ περισσότερο τη δημιουργία και παραγωγή τακτικών πυρηνικών.

Η ΑΝΤΙΒΑΛΛΙΣΤΙΚΗ ΑΜΥΝΑ

Η σύγχρονη αντιβαλλιστική άμυνα αποτελεί ένα περίπλοκο μωσαϊκό τεχνολογιών, αρχιτεκτονικών αισθητήρων και επιχειρησιακών δογμάτων που στοχεύουν στην αναχαίτιση πυραύλων σε διαφορετικές φάσεις πτήσης: ώθηση, μέσο τμήμα και τερματική φάση. Αν και ο συνηθισμένος όρος «αντιπυρηνικά» δημιουργεί την εντύπωση θωράκισης έναντι πυρηνικών επιθέσεων, στην πράξη τα περισσότερα συστήματα σχεδιάζονται για βαλλιστικούς φορείς ανεξαρτήτως γόμωσης, με ιδιαίτερη έμφαση στους τακτικούς και μεσαίου βεληνεκούς στόχους. Η αξιόπιστη αναχαίτιση διηπειρωτικών πυραύλων (ICBM) παραμένει το δυσκολότερο εγχείρημα, τόσο λόγω ταχύτητας και ύψους πτήσης όσο και λόγω εξελιγμένων αντιμέτρων όπως οι αποσπώμενες κεφαλές (MIRV), τα δολώματα και οι ελιγμοί σε υπερηχητικές ταχύτητες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν το πιο εκτεταμένο και διασυνδεδεμένο πλέγμα. Ο πυρήνας της στρατηγικής άμυνας εδάφους είναι το Ground-Based Midcourse Defense, με αναχαιτιστές στην Αλάσκα και την Καλιφόρνια που στοχεύουν την εξωατμοσφαιρική φάση ICBM. Το GMD έχει επιδείξει επιτυχίες σε δοκιμές, αλλά επικρίνεται για περιορισμένα ποσοστά επιτυχίας σε σενάρια μεγάλης πολυπλοκότητας και για την εγγενή δυσκολία αντιμετώπισης μαζικών πληγμάτων. Σε θαλάσσιο και χερσαίο επίπεδο, το Aegis BMD με πυραύλους SM-3 επεκτείνει την ομπρέλα σε IRBM και ορισμένες στρατηγικές απειλές, ενώ το THAAD και το Patriot PAC-3 εξειδικεύονται στην αναχαίτιση βραχέων και μεσαίων αποστάσεων με επιβεβαιωμένη επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Η ισχύς του αμερικανικού μοντέλου έγκειται στη διαστρωμάτωση και στη διασύνδεση αισθητήρων, από ραντάρ X-band μέχρι διαστημικές έγκαιρες προειδοποιήσεις. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το αμερικανικό πλέγμα αφορά το έδαφος των ΗΠΑ και τα ενδεχόμενα θέατρα επιχειρήσεων που εμπλέκονται αμερικανικές δυνάμεις και όχι τρίτες, συμμαχικές χώρες.

Η Ρωσία, με έμφαση στην προστασία της πρωτεύουσας και στην ενσωμάτωση με την αντιαεροπορική άμυνα, διατηρεί το σύστημα A-135 και τη διάδοχη αρχιτεκτονική A-235 γύρω από τη Μόσχα. Ιστορικά, πύραυλοι με πυρηνικές κεφαλές αναχαίτισης παρείχαν ευρύτερο «όγκο» φονικότητας, αν και η σύγχρονη τάση μετατοπίζεται σε πλήγματα hit-to-kill. Παράλληλα, τα S-400 και η νεότερη γενιά των S-500, επιδιώκουν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ τακτικών και στρατηγικών αναχαιτίσεων, με δηλωμένες δυνατότητες εναντίον υπερηχητικών και υψηλού ύψους στόχων, αν και η διαφάνεια δοκιμών είναι περιορισμένη. Το ρωσικό δόγμα αναγνωρίζει τα όρια κάθε ασπίδας, εδράζοντας τελικά την αποτροπή στη δυνατότητα δεύτερου πλήγματος.

Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ως ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις, στηρίζουν την εθνική ασφάλειά τους κατεξοχήν στην πυρηνική αποτροπή και λιγότερο σε στρατηγική αντιβαλλιστική άμυνα. Η Γαλλία διαθέτει το SAMP/T με τον πύραυλο Aster 30 (έκδοση Block 1 NT), ικανό να αντιμετωπίζει τακτικούς και μεσαίου βεληνεκούς βαλλιστικούς στόχους στην τερματική φάση, συμπληρωμένο από ναυτικές διαμορφώσεις (PAAMS) που προστατεύουν ομάδες μάχης και κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές. Η έμφαση βρίσκεται στην προστασία ζωτικών σημείων από επιθέσεις πυραύλων τύπου Iskander ή εξελιγμένων πυραύλων cruise, σε συνδυασμό με την ένταξη στο ευρωατλαντικό πλέγμα έγκαιρης προειδοποίησης. Απέναντι σε ρωσικά ICBM με MIRV και αντίμετρα, οι δυνατότητες καθαρής αναχαίτισης είναι τελείως περιορισμένες.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, με τους καταστροφείς Type 45 και το σύστημα Sea Viper (επίσης με Aster 30), εξασφαλίζει προστασία κατά τακτικών βαλλιστικών και πυραύλων cruise στη ναυτική και παράκτια ζώνη. Σε χερσαίο επίπεδο, το Sky Sabre ενισχύει την αντιαεροπορική/αντιπυραυλική άμυνα βραχέως-μεσαίου βεληνεκούς, χωρίς όμως να προσφέρει εξωατμοσφαιρική αναχαίτιση. Η χώρα φιλοξενεί κρίσιμες εγκαταστάσεις έγκαιρης προειδοποίησης (όπως το Fylingdales), που συνεισφέρουν στην αλυσίδα προειδοποίησης ΝΑΤΟ–ΗΠΑ. Όσον αφορά στρατηγικής κλίμακας πυρηνική επίθεση, η βρετανική άμυνα δεν στηρίζεται σε αναχαιτίσεις midcourse, αλλά στη διασφάλιση της δυνατότητας αντιποίνων από υποβρύχια Trident (Continuous At-Sea Deterrent), ώστε να παραμένει αλώβητη η αξιοπιστία της αποτροπής.

Στη στρατηγική σφαίρα, η άμυνα λειτουργεί περισσότερο ως συμπλήρωμα της αποτροπής παρά ως πανάκεια: βελτιώνει τις πιθανότητες έναντι περιορισμένων επιθέσεων, δυσκολεύεται όμως απέναντι σε πλήρεις πυρηνικές ανταλλαγές μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Ως εκ τούτου, η τεχνική πρόοδος συμβαδίζει με την ανάγκη για διπλωματικά σχήματα ελέγχου εξοπλισμών και διαχείρισης κρίσεων. Η «ασπίδα» μπορεί να πυκνώνει, αλλά η πραγματική ασφάλεια εξακολουθεί να εδράζεται στην αποτροπή, την διαλειτουργικότητα μεταξύ συμμάχων και την υπεύθυνη στρατηγική επικοινωνία.

Ο όρος «Golden Dome» που χρησιμοποίησε στις αρχές του 2025 ο Ντόναλντ Τραμπ, δεν αντιστοιχεί σε αναγνωρισμένο, επίσημο πρόγραμμα αντιβαλλιστικής άμυνας των ΗΠΑ. Συχνά προκύπτει από μεταφορική χρήση του «θόλου» για να περιγραφεί μια ιδεατή, ολοκληρωμένη ομπρέλα προστασίας, ή από σύγχυση με άλλα συστήματα, όπως το ισραηλινό Iron Dome. Εάν ο «χρυσός θόλος» ερμηνευθεί ως μελλοντική, ενοποιημένη αρχιτεκτονική ικανή να προστατεύει εκτεταμένες επικράτειες από βαλλιστικές και υπερηχητικές απειλές, τότε η συζήτηση αφορά περισσότερο την εξέλιξη του αμερικανικού Ballistic Missile Defense System προς υψηλότερα επίπεδα διασύνδεσης, αυτοματοποίησης και αισθητήριου βάθους, παρά ένα νέο, διακριτό πρόγραμμα. Η στρατηγική κατεύθυνση των ΗΠΑ εστιάζει σε τρία σκέλη: ενίσχυση της εθνικής άμυνας μέσω GMD και της επερχόμενης γενιάς αναχαιτιστών, διεύρυνση του δικτύου αισθητήρων (συμπεριλαμβανομένων δορυφορικών αστερισμών για παρακολούθηση υπερηχητικών οχημάτων), και ανάπτυξη ικανοτήτων για την κρίσιμη «glide phase» των πυραύλων, όπου τα κλασικά συστήματα υστερούν.

Στο ερώτημα «για ποιους θα παρείχε προστασία ένας τέτοιος θόλος», η απάντηση είναι πρωτίστως θεσμική: η νομοθεσία και οι προτεραιότητες των ΗΠΑ ορίζουν την άμυνα της επικράτειας ως πρώτο σκοπό. Οι αναχαιτιστές GMD, τοποθετημένοι σε αμερικανικό έδαφος, εξυπηρετούν την αντιμετώπιση περιορισμένων στρατηγικών επιθέσεων, π.χ. από κράτη όπως η Βόρεια Κορέα, παρά τη μαζική ρωσική ή κινεζική αποτροπή. Προφανώς, δεν επεκτείνεται και στον συνολικό εδαφικό χώρο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ιστορικά οι ΗΠΑ έχουν επεκτείνει στρώματα άμυνας προς συμμάχους μέσω διμερών συμφωνιών και του ΝΑΤΟ: τα Aegis Ashore στην Ευρώπη, οι αναπτύξεις THAAD και Patriot, τα κοινά κέντρα διοίκησης και ο συνεκτικός ιστός έγκαιρης προειδοποίησης. Η πλήρης και ομοιόμορφη κάλυψη όλων των χωρών του ΝΑΤΟ, είναι μάλλον απίθανη χωρίς τεράστιες επενδύσεις, ενώ συνοδεύεται από κινδύνους κλιμάκωσης, καθώς η Ρωσία θεωρεί τέτοιες αναπτύξεις αποσταθεροποιητικές.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΤΟ

Επιπλέον, εάν η Βρετανία και η Γαλλία θέλουν να παράσχουν μια πυρηνική ομπρέλα, πρέπει να λύσουν τρία προβλήματα:

Η πυρηνική διοίκηση πρέπει να ελέγχεται από το κράτος ή από το ΝΑΤΟ;

Η πυρηνική ομπρέλα εκτείνεται στη Γερμανία ή σε ολόκληρο το ΝΑΤΟ;

Είναι η Βρετανία και η Γαλλία πρόθυμες να εκτεθούν στην απειλή της πυρηνικής εξόντωσης για χάρη των κρατών της πρώτης γραμμής;

Σήμερα, η στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ βρίσκεται υπό τη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Διοίκησης των ΗΠΑ, οπότε αν η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών ή του ΝΑΤΟ, είναι ένα ψευδο-ερώτημα. Ταυτόχρονα, ως υπερεθνική αμυντική δομή, η διοικητική εξουσία του ΝΑΤΟ και η δυνατότητα ανάπτυξης δυνάμεων προέρχονται από τα κράτη μέλη. Σήμερα, οι βρετανικές και γαλλικές πυρηνικές δυνάμεις βρίσκονται υπό τον αντίστοιχο εθνικό έλεγχό τους και δεν είναι υποταγμένες η μία στην άλλη. Μετά μια ενδεχόμενη απόσυρση της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας, όσο η Βρετανία και η Γαλλία δεν μπορούν, ή δεν θέλουν να «ενοποιήσουν την εθνική και την ΝΑΤΟϊκή πυρηνική διοίκηση», η πυρηνική διοίκηση υπό τον έλεγχο του ΝΑΤΟ, είναι επίσης ένα ψευδο-ερώτημα.

Η Βρετανία και η Γαλλία έχουν βαθιά συνεργασία σε πολλές πτυχές, αλλά στο θέμα της πυρηνικής διοίκησης, που σχετίζεται με την επιβίωση του κάθε κράτους ξεχωριστά, δεν υπάρχει δυνατότητα ενοποίησης της εθνικής και της πυρηνικής διοίκησης. Η Γαλλία είναι «ηπειρωτική-ευρωπαϊκή» και η Βρετανία «εθνοκεντρική- αγγλοσαξονική». Οι δύο χώρες έχουν μακρά ιστορική και πολιτιστική παράδοση και έντονο εθνικό αίσθημα. Η Βρετανία δεν μπόρεσε καν να παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη και όταν ήταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αρνήθηκε να ενταχθεί στην ευρωζώνη. Η Γαλλία είχε επίσης αποσυρθεί από τη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ. Ίσως είναι σχεδόν απίθανο για τις δύο χώρες να παραδώσουν την πυρηνική διοίκηση και να ελέγχονται από μια επιτροπή που υπερβαίνει την εθνική κυριαρχία. Αλλά εάν αυτό το πρόβλημα δεν λυθεί, είναι ψευδής η πρόταση για τη Βρετανία και τη Γαλλία να παράσχουν μια πυρηνική ομπρέλα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδραματίζουν επίσης ρόλο στην πυρηνική διοίκηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Το μόνο όχημα μεταφοράς πυρηνικών του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι ο αμερικανικής κατασκευής πύραυλος TridentD5 και οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία έχουν διπλό έλεγχο εκτόξευσης. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσυρθούν από την πυρηνική ομπρέλα του ΝΑΤΟ, ο βαθμός στον οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να ελέγξει τις πυρηνικές εκτοξεύσεις χωρίς τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο, είναι ένα μεγάλο ερώτημα.

Η κορυφαία προτεραιότητα της Γερμανίας είναι «αν οι πυρηνικές ομπρέλες της Βρετανίας και της Γαλλίας μπορούν να αναλάβουν μετά την απόσυρση της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας», αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο η Γερμανία. Η Γερμανία δεν βρίσκεται πλέον στην πρώτη γραμμή του ΝΑΤΟ, αλλά εκεί βρίσκονται η Φινλανδία και οι τρεις χώρες της Βαλτικής. Εάν η Λευκορωσία και η Ουκρανία μετρηθούν ως οιονεί πρώτες γραμμές, θα πρέπει να προστεθούν η Πολωνία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία, αλλά και η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Τουρκία στην κατεύθυνση της Μαύρης Θάλασσας. Παράλληλα, η Νορβηγία έχει επίσης μια μικρή πρώτη γραμμή, εντός του Αρκτικού Κύκλου.

Όμως τα περίπου 50 γαλλικά τακτικά πυρηνικά ASMP-A δεν αρκούν για να καλύψουν την Γερμανία και πολύ περισσότερο, δεν αρκούν καν για να καλύψουν ένα τόσο μακρύ μέτωπο. Αλλά το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ είναι «ένας για όλους, όλοι για έναν» και μια επιλεκτική παροχή πυρηνικής ομπρέλας, ισοδυναμεί με απευθείας διάσπαση του ΝΑΤΟ.

Φυσικά, το μεγαλύτερο ερώτημα είναι εάν η Βρετανία και η Γαλλία είναι πρόθυμες να τεθούν υπό την απειλή πλήρους πυρηνικής καταστροφής, προκειμένου να παράσχουν μια πυρηνική ομπρέλα στις χώρες της πρώτης γραμμής. Η Βρετανία και η Γαλλία είναι μικρές πυρηνικές δυνάμεις και η δημιουργία της πυρηνικής τους δύναμης βασίζεται στη σκέψη των μικρών πυρηνικών δυνάμεων, με στόχο «δεν θα σε αφήσω να έχεις μια εύκολη ζωή ακόμα κι αν πεθάνω». Δεν μπορούν να πετύχουν τον στόχο του «να πεθάνουμε μαζί» που αφορά μόνο τις μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία και πιθανόν στο μέλλον, τη Κίνα.

Στην πραγματικότητα, όταν το ΝΑΤΟ χτίστηκε ως δομή συλλογικής άμυνας, ήταν για να προστατεύσει τις πίσω χώρες σε βάρος των χωρών της πρώτης γραμμής. Οι χώρες της πρώτης γραμμής σίγουρα δεν είναι ανιδιοτελώς αυτοθυσιαστικές, αλλά κάτω από τη δομή συλλογικής άμυνας, οι χώρες της πρώτης γραμμής μπορούν τουλάχιστον «να μην πεθάνουν μάταια». Σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, η διάκριση μεταξύ εμπρός και πίσω δεν είναι πλέον σαφής. Άλλωστε, το νόημα του μετώπου είναι να είναι «εντός εμβέλειας» και το βεληνεκές των διηπειρωτικών πυραύλων είναι ολόκληρος ο κόσμος.

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν μια πυρηνική ομπρέλα στη Γερμανία (και σε άλλες χώρες της πρώτης γραμμής του ΝΑΤΟ) την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, πρώτον, υπήρχαν αρκετά τακτικά πυρηνικά όπλα για να αντιμετωπίσουν τη Σοβιετική Ένωση στο κατώφλι της MAD. Δεύτερον, η Ευρώπη χρησιμοποιήθηκε ως αναλώσιμη για να καταστρέψει τη Σοβιετική Ένωση, Τρίτον, ακόμα κι αν η πυρηνική αντιπαράθεση ανέβαινε στο επίπεδο MAD, οι ΗΠΑ είχαν αρκετό χώρο για να επιβιώσουν.

Αυτά τα τρία σημεία δεν ισχύουν καθόλου για τη Βρετανία και τη Γαλλία. Εάν η Ρωσία εκτοξεύσει τακτικά πυρηνικά όπλα εναντίον του Λβιβ ή του Βίλνιους και η Βρετανία και η Γαλλία δεν έχουν αρκετά τακτικά πυρηνικά όπλα για να αντεπιτεθούν κατά του Μούρμανσκ, του Σμολένσκ, του Νόβγκοροντ, του Μπριάνσκ, του Κουρσκ, του Μπέλγκοροντ και του Ροστόφ, θα υπάρχει ακόμα η πυρηνική ομπρέλα; Με άλλα λόγια, η Βρετανία και η Γαλλία είναι αποφασισμένες να εκτοξεύσουν στρατηγικά πυρηνικά όπλα εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης ως αντίποινα για το Λβιβ και το Βίλνιους; Είναι πρόθυμες η Βρετανία και η Γαλλία να δεχτούν τη χώρα τους να καταλήξει καμένη γη, ενώ το Καζάν, το Αικατερίνμπουργκ, το Τσελιάμπινσκ, το Νοβοσιμπίρσκ, το Κρασνογιάρσκ, το Ιρκούτσκ, το Χαμπαρόφσκ και το Βλαδιβοστόκ παραμένουν ανέπαφα;

Ο λόγος δεν είναι περίπλοκος. Η Βρετανία και η Γαλλία θα έχουν εξαντλήσει όλες τις πυρηνικές τους βόμβες, αλλά η Ρωσία μπορεί να συνεχίσει να τις χρησιμοποιεί. Η Βρετανία και η Γαλλία φαίνεται να έχουν αρκετές πυρηνικές βόμβες, αλλά στην πραγματικότητα ο αριθμός των βομβών που μπορούν να εκτοξευθούν είναι μειωμένος. Το ποσοστό ακεραιότητας των πυρηνικών πυραύλων είναι εμπιστευτικό, αλλά δεν είναι 100%, και τα πυρηνικά υποβρύχια, αν είναι πλήρως φορτωμένα, έχουν περισσότερα προβλήματα με τον ρυθμό πλεύσης τους.

Ο Μακρόν είναι πρόθυμος να παράσχει στο ΝΑΤΟ μια πυρηνική ομπρέλα και προσπαθεί να ρυμουλκήσει και τη Βρετανία, για να αναλάβει την ευρωπαϊκή ηγεσία από τις ΗΠΑ. Θέλει εξουσία, αλλά η ικανότητα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που προκύπτουν, είναι ένα ερώτημα για το επόμενο βήμα και θα είναι μόνιμο.

Κάτω από τη μεταπολεμικό γαλλογερμανικό άξονα στην Ευρώπη, η «γαλλική πολιτική ηγεσία και η γερμανική οικονομική δύναμη» έγιναν η βάση για την αναζωπύρωση της Γαλλίας, η οποία ήταν επίσης η διεθνής πολιτική βάση του Ντε Γκωλ. Αυτή η εποχή έχει παρέλθει, αλλά μπορεί να επιστρέψει και η Γαλλία θα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να επεκτείνει την επιρροή της. Αλλά μόλις συμβεί αυτό, ο βρετανικός παράγοντα σίγουρα θα παρέμβει όπως είχε υποσχεθεί, και η επανεξοπλισμένη Γερμανία είναι πιθανό να γίνει ανεξέλεγκτη.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι τις παραμονές του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, ο γερμανικός στρατός λειτουργούσε συμπληρωματικά με τον αμερικανικό στρατό στην Ευρώπη, αλλά ο έλεγχος ήταν στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένας μελλοντικός ισχυρός γερμανικός στρατός, ακόμα και σε συμβατικό επίπεδο, ίσως να μην μπορεί να συγκρατηθεί από τη Γαλλία και τη Βρετανία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 14 Ιανουαρίου 2026 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Δίαυλος.

Βαγγέλης Χωραφάς
+ posts