To ρίσκο μιας φούσκας της τεχνητής νοημοσύνης

Η τεχνητή νοημοσύνη έχει γίνει το νέο ιερό δισκοπότηρο της αμερικανικής οικονομικής ανάπτυξης. Όμως, πίσω από τους θριάμβους στις αγορές και τις θριαμβολογίες περί «υπερνοημοσύνης», κρύβεται μια τεράστια και εύθραυστη αρχιτεκτονική χρέους, προσδοκιών και πολιτικών συμβιβασμών.

Όταν οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες του κόσμου δεσμεύουν 2,9 τρισεκατομμύρια δολάρια για υποδομές ΤΝ σε μια πενταετία, μιλάμε για ένα βιομηχανικό στοίχημα ιστορικής κλίμακας. Το πρόβλημα; Τα έσοδα που σήμερα αποδίδονται στην ΤΝ υπολείπονται δραματικά, αγγίζοντας ένα μικρό κλάσμα των επενδύσεων. Η ομοιότητα με το dot-com και τη σχετική φούσκα, δεν είναι τυχαία, αλλά και δεν είναι απλή επανάληψη.

Στον πυρήνα της έκρηξης βρίσκεται η μανιώδης συσσώρευση υπολογιστικής ισχύος: hyperscale data centers που χρειάζονται χρόνια για να χτιστούν, χιλιάδες εργαζομένους και δεκάδες δισεκατομμύρια, ανά εγκατάσταση. Το μισό σχεδόν κόστος καταλήγει σε chips της Nvidia, ενώ το υπόλοιπο χάνεται σε ηλεκτροδότηση και ψύξη, γιατί αυτά τα κέντρα μοιάζουν περισσότερο με βιομηχανικούς υπερυπολογιστές παρά με τις παλιές «βιβλιοθήκες οπτικών ινών». Το αποτέλεσμα είναι μια τεχνολογική κούρσα, όπου κάθε μήνας καθυστέρησης εκλαμβάνεται ως υπαρξιακή απειλή. Η εταιρεία που θα υστερήσει κινδυνεύει να χάσει την επόμενη δεκαετία εσόδων, όπως κάποτε η IBM στους προσωπικούς υπολογιστές, ή η Microsoft στα smartphones.

Κι όμως, όσο τα κεφάλαια ρέουν, οι ισολογισμοί θολώνουν. Για να αποφύγουν την επιβάρυνση με εμφανές χρέος και την υποβάθμιση των αξιολογήσεων, οι Big Tech αναπτύσσουν σκιώδεις δομές: οχήματα ειδικού σκοπού, συμβάσεις μίσθωσης, τιτλοποίηση των μελλοντικών ροών εισοδήματος. Οι επενδυτές χρηματοδοτούν, οι χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί αγοράζουν ομόλογα, οι tech αποκτούν υπολογιστική ισχύ χωρίς «να γράφουν» το χρέος στο βιβλίο τους. Το ρίσκο διαχέεται σε όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αν η κερδοφορία της ΤΝ δεν επαληθευτεί, δεν θα μείνουν καν απτά περιουσιακά στοιχεία για ρευστοποίηση και η μόχλευση θα αποκαλύψει την πραγματική της δύναμη.

Το επίκεντρο του αφηγήματος είναι, φυσικά, η OpenAI. Με εκατοντάδες εκατομμύρια χρήστες και συμφωνίες που σχηματίζουν κλειστούς βρόγχους χρηματοδότησης—επενδυτές που μετά «ξαναπαίρνουν» τα χρήματα ως πάροχοι υπολογιστικής ισχύος ή chips—η εταιρεία έχει γίνει το σύμβολο της ελπίδας πως η κλίμακα θα φέρει κερδοφορία. Όμως οι υπολογισμοί είναι δύσκολοι: επιπλέον έσοδα που απαιτούν δυσθεώρητες δαπάνες, προβλέψεις για διπλασιασμούς εσόδων χρόνο με τον χρόνο, ενώ το επιχειρηματικό μοντέλο παραμένει ρευστό, ανάμεσα σε διαφημίσεις, αγορές εντός εφαρμογών και νέες υπηρεσίες. Όλα τα σημάδια της φούσκας είναι εδώ: χρηματοδότηση προμηθευτών, συγκέντρωση ισχύος σε λίγους παίκτες, αυξανόμενα αδιαφανές χρέος, εκθετικές αποτιμήσεις χωρίς καθαρή γραμμή προς το κέρδος.

Κι όμως, δεν ζούμε το 1999. Τότε χτίστηκε μια υπερδομή οπτικών ινών που έμεινε ανεκμετάλλευτη για χρόνια, ενώ σήμερα η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ είναι ήδη υψηλή. Επιπλέον, δεν ηγούνται startups με ελάχιστα έσοδα, αλλά οι πλέον κερδοφόρες πολυεθνικές με στιβαρά ισοζύγια. Αυτή η διαφορά κάνει τη φούσκα πιο «ώριμη», όχι όμως λιγότερο επικίνδυνη. Διότι το μεγάλο ρίσκο δεν είναι η αποτυχία μιας ιδέας, είναι η απόκλιση ανάμεσα στην απόδοση κεφαλαίου και στην εξυπηρέτηση χρέους. Εάν η οικονομία δεν ενσωματώσει γρήγορα και παραγωγικά τα μοντέλα ΤΝ, αν οι τιμές πιεστούν από τον ανταγωνισμό— καθώς ανοικτές πλατφόρμες από την Κίνα ή βελτιώσεις αποδοτικότητας τσιπς και αλγορίθμων ρίχνουν τα εμπόδια εισόδου—τότε η ΤΝ κινδυνεύει να γίνει μια εμπορευματοποιημένη αφθονία, με ελάχιστα περιθώρια κέρδους. Εκεί σκάει η φούσκα.

Στο εσωτερικό πεδίο, αυτή η τεχνολογική άνθηση στηρίζει την αμερικανική ανάπτυξη την περίοδο Τραμπ, καλύπτοντας τις πληγές άλλων πολιτικών: δασμοί, πίεση στην αγορά εργασίας, αδυναμία της νομισματικής χαλάρωσης να επανεκκινήσει ουσιαστικά την απασχόληση. Η χρηματοδότηση της ΤΝ απορρόφησε ρευστότητα και ανέβασε κόστη σε κλάδους-κλειδιά (χάλυβας, αλουμίνιο, αυτοκινητοβιομηχανία), ενώ η έκρηξη των data centers τροφοδότησε την ενεργειακή ζήτηση, επιτείνοντας τοπικές τριβές και αυξήσεις τιμών. Η αντίφαση είναι ορατή: υπόσχεση επαναβιομηχάνισης από τη μία, πρακτική ευνοιοκρατίας προς τη Silicon Valley από την άλλη, με δασμολογικές εξαιρέσεις για κρίσιμα εξαρτήματα. Μια εύθραυστη συμφωνία: απορρύθμιση έναντι επιδόσεων και συγκατάθεσης. Αν, ωστόσο, η κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στα data centers γιγαντωθεί, ή αν ο πιο ριζοσπαστικός πυρήνας του κινήματος MAGA στραφεί ανοιχτά κατά της ΤΝ, η πολιτική ισορροπία μπορεί να ανατραπεί.

Σε διεθνές επίπεδο, η ΤΝ αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα των αμερικανικών κεφαλαιαγορών: κανένα άλλο σύστημα δεν μπορεί να κινητοποιήσει τρισεκατομμύρια ιδιωτικού κεφαλαίου τόσο γρήγορα. Η Ευρώπη, με κατακερματισμένες και επιφυλακτικές τραπεζικές δομές, αδυνατεί να τρέξει με τέτοια ταχύτητα και βασίζεται κυρίως σε δημόσιους προϋπολογισμούς. Η Κίνα, παρότι προωθεί ισχυρά έργα ανοιχτού κώδικα και ένα οικοσύστημα γύρω από εγχώριους κατασκευαστές, σκοντάφτει σε περιορισμούς πρόσβασης σε κορυφαία chips. Η Αμερική διατηρεί το πλεονέκτημα του χρηματοοικονομικού βάθους—ένα πλεονέκτημα που, ειρωνικά, μπορεί να εντείνει τις κυκλικές κρίσεις.

Πέρα από τα οικονομικά, η ΤΝ είναι μια νέα κοινωνικο-πολιτισμική τεχνολογία. Συμπυκνώνει τη συλλογική ψηφιακή γνώση και την καθιστά λειτουργική στη φυσική γλώσσα, όπως οι αγορές συμπυκνώνουν πληροφορία σε τιμές και οι γραφειοκρατίες σε κατηγορίες. Αυτή η συμπύκνωση είναι ισχυρή, αλλά μεροληπτική και ατελής. Οι μεγάλοι παίκτες ελέγχουν τα δεδομένα εκπαίδευσης, τους κανόνες εποπτείας, τα όρια του κόσμου που εισέρχεται στα μοντέλα της ΤΝ. Στο πεδίο της εργασίας, το όραμά τους είναι ριζοσπαστικό: μια «γραφειοκρατική επανάσταση» όπου ο ψηφιακός υπάλληλος δεν κουράζεται ποτέ. Σε οικονομίες όπου σχεδόν ο μισός ενεργός πληθυσμός είναι γραφειακοί εργαζόμενοι, αυτό προοιωνίζεται μια βαθιά αναδιάταξη παραγωγικών σχέσεων, δεξιοτήτων και εξουσίας στους χώρους εργασίας.

Τι απομένει; Ένα θεμελιώδες στοίχημα βιωσιμότητας. Η κλίμακα των επενδύσεων θυμίζει διαστημικά προγράμματα και πολεμικές προσπάθειες του 20ού αιώνα, αλλά χωρίς την ίδια βεβαιότητα δημοσίου σκοπού, ή εγγυημένων ροών εσόδων. Αν η ΤΝ αποδειχθεί ισοδύναμη με τον ηλεκτρισμό ή το διαδίκτυο, η σημερινή υπερένταση μπορεί να αποδώσει πολλαπλάσια. Αν όχι—αν τα περιθώρια εξαϋλωθούν από τον ανταγωνισμό, αν τα κόστη ενέργειας και hardware παραμείνουν βαρίδια, αν τα επιχειρηματικά μοντέλα δεν βρουν γρήγορα σταθερό έδαφος—η διόρθωση θα είναι σφοδρή και η μετάδοση/μόλυνση μέσω των επενδυτικών οχημάτων, ευρεία.

Η πολιτική προσθέτει ένα ακόμη στρώμα αβεβαιότητας: το κλιματικό αποτύπωμα των data centers, που σε άλλη αμερικανική διοίκηση, εκτός του Ντόναλντ Τραμπ, θα συνοδευόταν από μαζική ανάπτυξη ΑΠΕ, σήμερα «κουμπώνει» με ορυκτές εξαρτήσεις. Αν η κοινωνική νομιμοποίηση κλονιστεί, οι τοπικές αντιστάσεις, οι τιμές ρεύματος και οι ελλείψεις υποδομών, μπορεί να μετατραπούν από παράπλευρα ζητήματα, σε δομικά εμπόδια.

Η ιστορία των τεχνολογιών «γενικής χρήσης», διδάσκει ότι η απόδοση κεφαλαίου εξαρτάται από ένα οικοσύστημα θεσμών, υποδομών και συμπληρωματικών καινοτομιών. Η σημερινή αμερικανική υπεροχή στη χρηματοδότηση μπορεί να επιταχύνει την καμπύλη, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει τους νόμους της κερδοφορίας. Αν η ΤΝ μείνει κυρίως υπόθεση θεαματικών demos, χωρίς εκτεταμένη, παραγωγική ενσωμάτωση σε κλάδους πέρα από το λογισμικό και τη διαφήμιση, η φούσκα θα ξεφουσκώσει με τρόπο που θα θυμίζει λιγότερο το dot-com και περισσότερο μια διάχυτη, πιστωτική κρίση τεχνο-κεφαλαίου.

Το παράδοξο, τελικά, είναι ότι η ΤΝ είναι πράγματι ικανή να αναδιατάξει τη γνώση, την εργασία και την ισχύ. Αυτή ακριβώς η υπόσχεση είναι που νομιμοποιεί τη φούσκα. Αλλά οι φούσκες τεχνολογιών γενικής χρήσης, κερδίζουν χρόνο για το μέλλον «με πίστωση» από το παρόν. Αν το μέλλον αργήσει να πληρώσει, ο λογαριασμός έρχεται στην πραγματική οικονομία—και τότε η πιο προηγμένη υποδομή υπολογισμού στον κόσμο αποκαλύπτεται ως αυτό που πάντα ήταν: ένας πανίσχυρος, αλλά αδυσώπητα ακριβός μηχανισμός, δεμένος με τα όρια της κερδοφορίας, της ενέργειας και της πολιτικής. Σ’ αυτήν την ισορροπία, η Αμερική ηγείται. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, αν γλιστρήσει, θα παρασύρει πολλούς μαζί της.

Νάσος Πετράκης
+ posts