Σε μια κίνηση που μπορεί σηματοδοτήσει μια δραστική αλλαγή στο δόγμα ασφαλείας της Ευρώπης, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε πρόσφατα μια σειρά από «σημαντικές αλλαγές» στην πυρηνική στρατηγική της χώρας του. Μιλώντας από την υποβρυχιακή βάση της Ιλ Λονγκ, ο Γάλλος ηγέτης παρουσίασε ένα νέο όραμα «εκτεταμένης αποτροπής», το οποίο δεν περιορίζεται στα γαλλικά σύνορα αλλά επεκτείνεται για να καλύψει ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, εμπλέκοντας άμεσα και την Ελλάδα. Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί απάντηση σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, αλλά ταυτόχρονα εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της, καθώς και για μια νέα κούρσα εξοπλισμών.
Ο πυρήνας της στρατηγικής Μακρόν βασίζεται στη συνεργασία με οκτώ ευρωπαϊκές χώρες: τη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Πολωνία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Σουηδία, τη Δανία και την Ελλάδα. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι χώρες αυτές θα μπορούν να φιλοξενούν στο έδαφός τους γαλλικές «στρατηγικές αεροπορικές δυνάμεις», δηλαδή μαχητικά αεροσκάφη με πυρηνικές ικανότητες, όπως τα Rafale. Στόχος είναι η διασπορά των γαλλικών πυρηνικών δυνατοτήτων σε όλη την Ευρώπη, ώστε να περιπλέκονται οι υπολογισμοί οποιουδήποτε αντιπάλου. Παρόλο που η Γαλλία διατηρεί την αποκλειστική κυριαρχία στην απόφαση χρήσης αυτών των όπλων, δηλαδή δεν θα υπάρχει ο «πυρηνικός διαμοιρασμός» που επιθυμούν οι Γερμανοί, όμως η συμμετοχή των συμμάχων σε ασκήσεις και η παροχή βάσεων, τους καθιστά αναπόσπαστο μέρος του νέου αυτού αποτρεπτικού μηχανισμού.
Η γαλλική πρωτοβουλία τροφοδοτείται από δύο βασικές ανησυχίες. Πρώτον, η ρωσική απειλή, την οποία ο Μακρόν χαρακτήρισε «σοβαρή», δεδομένου του ήδη μαζικού πυρηνικού οπλοστασίου της Μόσχας. Δεύτερον, η αυξανόμενη αβεβαιότητα για τη δέσμευση των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Οι Ευρωπαίοι αμφιβάλλουν πλέον εάν η αμερικανική «πυρηνική ομπρέλα», που προστάτευε την ήπειρο για δεκαετίες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, θα παραμείνει αξιόπιστη υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Η γαλλογερμανική συνεργασία, με τη δημιουργία μιας «ομάδας υψηλού επιπέδου για την πυρηνική συνεργασία», προβάλλεται ως ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της προσπάθειας για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.
Στο μέτωπο της Ευρώπης, σε ότι αφορά τα πυρηνικά όπλα, σημασία έχουν τα τακτικά πυρηνικά, σε σύγκριση με τα στρατηγικά πυρηνικά. Τα πρώτα επιτρέπουν την υλοποίηση σεναρίων περιορισμένου πυρηνικού πολέμου, χωρίς να φτάσει κάποια χώρα σε ολοκληρωτικό πυρηνικό πόλεμο με τη χρήση στρατηγικών πυρηνικών όπλων.
Σήμερα, τα τακτικά πυρηνικά όπλα της Γαλλίας περιορίζονται στους περίπου 50 τακτικούς πυρηνικούς πυραύλους κρουζ ASMP-A, οι οποίοι εκτοξεύονται από μαχητικά Rafale και διαθέτουν εμβέλεια περίπου 500 χιλιομέτρων, με πυρηνικές κεφαλές ισχύος 100.000 έως 300.000 τόνων ισοδύναμου ΤΝΤ. Στο στρατηγικό επίπεδο, η Γαλλία βασίζεται σε τέσσερα πυρηνικά υποβρύχια κλάσης Triomphant, το καθένα ικανό να φέρει 16 διηπειρωτικά βλήματα M51, εξοπλισμένα με πολλαπλές ανεξάρτητες κεφαλές. Μέχρι το 2023, το συνολικό απόθεμα πυρηνικών κεφαλών της Γαλλίας εκτιμάται σε περίπου 290, ένας αριθμός που, ενώ είναι ικανοποιητικός για μια ευρωπαϊκή χώρα για να αμυνθεί, είναι περιορισμένος σε σύγκριση με τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Με τη σειρά της η Ρωσία διαθέτει περίπου 300 χερσαία διηπειρωτικά βλήματα ικανά να μεταφέρουν έως 1.200 πυρηνικές κεφαλές, 160 υποβρυχιακά βλήματα με έως 800 κεφαλές, και περίπου 70 πυρηνικά βομβαρδιστικά με ικανότητα μεταφοράς έως 500 κεφαλών. Στα τακτικά πυρηνικά, εκτιμάται ότι υπάρχουν 1.000 έως 2.000 κεφαλές σε πυραύλους και κρουζ, 500 σε αεροσκάφη, και άλλες περίπου 1.000 σε συστήματα πυροβολικού και αεράμυνας, φτάνοντας συνολικά σε 5.000 έως 5.500 κεφαλές, συμπεριλαμβανομένων των αποθεμάτων. Παρόλο που συνθήκες όπως η New START περιόριζαν τις αναπτυσσόμενες στρατηγικές κεφαλές σε 1.550, τα τακτικά πυρηνικά δεν υπόκεινται σε τέτοιους περιορισμούς, δίνοντας στη Ρωσία τεράστια ευελιξία σε σενάρια περιορισμένου πολέμου. Αυτή η υπεροχή δεν είναι μόνο αριθμητική, αλλά και ποιοτική, με προηγμένες τεχνολογίες κυρίως σε υπερηχητικά βλήματα, που καθιστούν τις ρωσικές απειλές, πιο δύσκολα προβλέψιμες και αντιμετωπίσιμες.
Παράλληλα, η νέα γαλλική στρατηγική συνοδεύεται από μια σχετική στρατιωτική ενίσχυση. Ο Μακρόν ανακοίνωσε την αύξηση του αριθμού των γαλλικών πυρηνικών κεφαλών, την ένταξη ενός πυρηνικού υποβρυχίου νέας γενιάς με το όνομα «Invincible» έως το 2036 και τον εξοπλισμό με νέους, βελτιωμένους πυραύλους. Αυτές οι κινήσεις, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς από κοινού με τη Γερμανία και τη Βρετανία, ερμηνεύονται από πολλούς αναλυτές ως μια συμβολή στη κούρσα εξοπλισμών, που αναζωπυρώνεται σταθερά.
Με τη σειρά της, η Βρετανία, ως άλλη ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη, διαθέτει ένα πιο συγκεντρωμένο οπλοστάσιο. Μέχρι το 2023, υπολογίζεται ότι είχε περίπου 225 πυρηνικές κεφαλές, όλες μεταφερόμενες αποκλειστικά από διηπειρωτικούς πυραύλους Trident D5, χωρίς καμία τακτική πυρηνική ικανότητα. Αυτά τα όπλα είναι αναπτυγμένα σε τέσσερα πυρηνικά υποβρύχια κλάσης Vanguard, το καθένα ικανό να φέρει έως και 16 βλήματα, με κάθε βλήμα να μπορεί να μεταφέρει πολλαπλές κεφαλές. Αυτή η εστίαση στο στρατηγικό επίπεδο αντανακλά τη βρετανική στρατηγική της «συνεχούς αποτροπής στη θάλασσα», όπου τουλάχιστον ένα υποβρύχιο βρίσκεται πάντα σε περιπολία, εξασφαλίζοντας ικανότητα αντιποίνων ακόμα και σε περίπτωση αιφνίδιας επίθεσης.
Στον αμερικανικής κατασκευής πύραυλο TridentD5 οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία έχουν διπλό έλεγχο εκτόξευσης. Ο βαθμός στον οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να ελέγξει τις πυρηνικές εκτοξεύσεις χωρίς τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν πόλεμο, είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Ταυτόχρονα, η απουσία τακτικών πυρηνικών όπλων περιορίζει δραστικά την ευελιξία της Βρετανίας σε σενάρια περιορισμένης κλιμάκωσης, όπου η χρήση στρατηγικών όπλων θα ισοδυναμούσε με πλήρη πυρηνικό πόλεμο.
Από τη σκοπιά της Ρωσίας, η εξέλιξη αυτή συνιστά μια νέα απειλή, αν και διαχειρίσιμη. Οποιοδήποτε αεροδρόμιο στην Πολωνία, τη Γερμανία ή αλλού που φιλοξενεί γαλλικά πυρηνικά αεροσκάφη, θα μπορεί πλέον να θεωρηθεί νόμιμος στρατιωτικός στόχος σε περίπτωση σύγκρουσης. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο μιας πυρηνικής κλιμάκωσης στην Ευρώπη. Εν κατακλείδι, η πρωτοβουλία Μακρόν, αν και παρουσιάζεται ως μέσο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας, φαίνεται να οδηγεί την Ευρώπη σε μια νέα φάση στρατηγικής αστάθειας, επαναπροσδιορίζοντας τις γραμμές του κινδύνου και μετατρέποντας κράτη, όπως η Ελλάδα, σε πιθανά πεδία μιας μελλοντικής πυρηνικής αντιπαράθεσης.







