Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι: Ανάπτυξη, άμυνα και ψηφιακή κυριαρχία

Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν βιώνει απλώς μια ύφεση ή έναν αργό κύκλο ανάπτυξης. Βιώνει μια υπαρξιακή μετάβαση. Για τρεις δεκαετίες μετά το Ψυχρό Πόλεμο, η Ευρώπη έχτισε ένα αναπτυξιακό μοντέλο βασισμένο σε τρεις εξωτερικές υποθέσεις: αμερικανική στρατιωτική προστασία, φθηνή ρωσική ενέργεια και ανοιχτές αγορές της Κίνας και της Ανατολής. Και οι τρεις αυτές υποθέσεις κατέρρευσαν συγχρόνως. Η Ευρώπη καλείται τώρα να ξαναχτίσει την οικονομία της μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται ως αρπακτικά, η Ρωσία ως απειλή και η Κίνα ως ανταγωνιστής. Η μετάβαση αυτή είναι οδυνηρή, αδιαπραγμάτευτη και βαθιά γεωπολιτική.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Η ευρωπαϊκή οικονομική γεωγραφία έχει ανατραπεί. Για χρόνια, ο Βορράς-Γερμανία, Γαλλία, Κάτω Χώρες-αποτελούσε την ατμομηχανή της ηπείρου. Σήμερα, ο Νότος μεγαλώνει ταχύτερα. Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα εμφανίζουν ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούν σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η Γερμανία κινείται οριακά πάνω από τη στασιμότητα. Αυτή η αντιστροφή δεν είναι συγκυριακή. Είναι το αποτέλεσμα δύο ασύμμετρων κλονισμών.

Ο πρώτος είναι ενεργειακός. Οι βιομηχανικές οικονομίες του Βορρά, ιδιαίτερα η Γερμανία, εξαρτώνταν επί δεκαετίες από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η ρήξη με τη Μόσχα μετά την εισβολή στην Ουκρανία εκτόξευσε το ενεργειακό κόστος, υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα ολόκληρων κλάδων-από τη χημική βιομηχανία έως την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο Νότος, με διαφορετικό ενεργειακό μείγμα και μικρότερη βιομηχανική βάση, επλήγη λιγότερο.

Ο δεύτερος κλονισμός είναι ανταγωνιστικός. Η Κίνα δεν είναι πλέον το εργοστάσιο συναρμολόγησης φτηνών προϊόντων. Έχει εξελιχθεί σε μια δύναμη υψηλής τεχνολογίας, ανταγωνιζόμενη απευθείας τη Γερμανία σε αυτοκίνητα, μηχανήματα και χημικά. Όταν το Πεκίνο επενδύει στην ηλεκτροκίνηση και την πράσινη ενέργεια, δεν διευρύνει απλώς την παγκόσμια αγορά-υποκαθιστά τη γερμανική βιομηχανία. Αντίθετα, οι οικονομίες του Νότου, με μικρότερο βαθμό τεχνολογικής σύγκλισης με την Κίνα, δεν υφίστανται την ίδια πίεση.

Η διεύρυνση της ΕΕ προς Ανατολάς επιδείνωσε τις εσωτερικές ανισορροπίες. Οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έχουν παρόμοια βιομηχανική θέση με τον Νότο: μπορούν να απορροφήσουν μεταποίηση και υπηρεσίες. Διαθέτουν όμως χαμηλότερο κόστος εργασίας και γης, υψηλότερη αποτελεσματικότητα και ισχυρά κίνητρα προσέλκυσης επενδύσεων. Λειτούργησαν ως «δομικό υποκατάστατο» για τη Νότια Ευρώπη, εκτοπίζοντάς την από εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτή η μετατόπιση αποτελεί μία από τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης χρέους.

Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, όχι πλέον με κριτήριο τον Βορρά και τον Νότο όπως τον γνωρίζαμε, αλλά με κριτήριο την έκθεση σε ενεργειακές και βιομηχανικές απειλές. Η Γερμανία, που κάποτε αποτελούσε τον πυλώνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, έχει γίνει πλέον ο αδύναμος κρίκος.

Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ: ΕΝΑ ΝΟΜΙΣΜΑ ΧΩΡΙΣ ΚΡΑΤΟΣ

Πίσω από αυτές τις αποκλίσεις κρύβεται μια βαθύτερη δομική παθογένεια: η Ευρώπη διαθέτει κοινό νόμισμα αλλά όχι κοινό δανεισμό, όχι κοινό προϋπολογισμό, όχι κοινή οικονομική διακυβέρνηση. Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η ρίζα σχεδόν κάθε οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας. Το αποτέλεσμα είναι μια μόνιμη απόκλιση ανταγωνιστικότητας.

Όταν μια χώρα του Νότου αντιμετωπίζει δημοσιονομική πίεση, δεν μπορεί ούτε να υποτιμήσει το νόμισμά της-δεν έχει δικό της-ούτε να δανειστεί με ευνοϊκούς όρους. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης για τα κράτη-μέλη. Το αποτέλεσμα είναι χώρες σαν την Ελλάδα ή την Ιταλία να παραμένουν εγκλωβισμένες σε υψηλά επιτόκια δανεισμού, ενώ η Γερμανία, παρά τη χαμηλή της ανάπτυξη, δανείζεται με αρνητικά πραγματικά επιτόκια. Το νόμισμα είναι κοινό, αλλά η πίστη δεν είναι.

Η Γερμανία, ως πυρηνική οικονομία, επωφελήθηκε από τη «σχετική υποτίμηση» που της πρόσφερε το ευρώ σε σχέση με ένα υποθετικό μάρκο. Η εξαγωγική της μηχανή ενισχύθηκε. Αντίθετα, οι οικονομίες του Νότου είδαν τις πραγματικές συναλλαγματικές τους ισοτιμίες να ανατιμώνται, αποδυναμώνοντας τις εξαγωγές τους. Χωρίς δυνατότητα υποτίμησης, χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία «κλειδώθηκαν» σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας — τουρισμός, αγροτικά προϊόντα — και αδυνατούσαν να χρηματοδοτηθούν στις διεθνείς αγορές στο δικό τους νόμισμα. Το «προπατορικό αμάρτημα» του νομίσματος έγινε εμφανές στην κρίση χρέους του 2010-2012.

Η πρόσφατη συγκυρία ανατρέπει μερικώς αυτή την εικόνα. Η Νότια Ευρώπη εμφανίζει ισχυρότερη ανάπτυξη από τον Βορρά το 2023-2025. Οι λόγοι είναι τρεις: πρώτον, μικρότερη εξάρτηση από το ρωσικό αέριο και από βιομηχανίες έντασης ενέργειας· δεύτερον, η άνθηση του τουρισμού μετά την πανδημία· τρίτον, το Ταμείο Ανάκαμψης των €750 δισ., που κατευθύνθηκε δυσανάλογα προς τον Νότο. Η ανάκαμψη αυτή όμως παραμένει κυκλική, όχι διαρθρωτική. Η Γερμανία, παρά τη στασιμότητα, προχωρά σε δημοσιονομική επέκταση: ειδικό fund €500 δισ. για υποδομές έως το 2036 και χαλάρωση του «φρένου χρέους». Βραχυπρόθεσμα θα τονώσει το ΑΕΠ, αλλά από το 2028 θα αντιμετωπίσει διπλή αποπληρωμή χρεών πανδημίας και εξοπλισμών. Η βιωσιμότητα παραμένει αβέβαιη.

Η δεύτερη μεγάλη αντίφαση αφορά την ψηφιακή οικονομία. Η Ευρώπη δεν ανέπτυξε δικές της πλατφόρμες επιπέδου Google, Amazon, Tencent ή Alibaba. Δεν είναι θέμα τεχνολογικής υστέρησης. Είναι θέμα πολιτικής αρχιτεκτονικής. Η έλλειψη δημοσιονομικής ενοποίησης εμπόδισε τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής αγοράς με κοινές επιδοτήσεις, ρυθμίσεις και δημόσιες προμήθειες που θα επέτρεπαν σε ευρωπαϊκούς «γίγαντες» να αναπτυχθούν.

Η επιλογή της Ευρώπης να μην προστατεύσει τις εγχώριες αγορές της, σε αντίθεση με την κινεζική στρατηγική, άφησε το πεδίο ανοιχτό στις αμερικανικές πλατφόρμες. Το αποτέλεσμα σήμερα είναι απώλεια ψηφιακής κυριαρχίας. Οι ΗΠΑ ελέγχουν τη διανομή πληροφορίας και τη δημόσια σφαίρα στην Ευρώπη. Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Έχει άμεσες προεκτάσεις ασφαλείας και πολιτικής. Όταν η διαμόρφωση της κοινής γνώμης περνά μέσα από αλγορίθμους που εδρεύουν στην Καλιφόρνια, η ικανότητα της Ευρώπης να χαράξει αυτόνομη εξωτερική πολιτική περιορίζεται. Η εξάρτηση γίνεται γνωστική και πολιτισμική.

Οι αυστηρές ευρωπαϊκές ρυθμίσεις, όπως ο GDPR και ο Digital Markets Act, ενώ προστατεύουν την ιδιωτικότητα, λειτουργούν ταυτόχρονα ως τροχοπέδη στην καινοτομία. Η πολιτική πραγματικότητα καθιστά δύσκολη τη χαλάρωσή τους: η περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης απειλεί θέσεις εργασίας λευκού κολάρου, της μεσαίας τάξης που αποτελεί εκλογική βάση των κεντρώων κομμάτων. Η διατήρηση αυστηρών κανόνων είναι, υπό αυτή την έννοια, πολιτικά ορθολογική επιλογή, έστω και αν κοστίζει σε ανταγωνιστικότητα.

Η ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ

Η μεγαλύτερη γεωπολιτική στροφή αφορά την άμυνα. Εδώ και χρόνια, η Ευρώπη ζούσε υπό την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα, δαπανώντας ένα κλάσμα του ΑΕΠ της σε εξοπλισμούς και στρέφοντας τους πόρους της σε κοινωνικές παροχές και κατανάλωση. Η εποχή αυτή τελείωσε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον αξιόπιστος προστάτης. Δεν είναι καν ουδέτερες. Υπό την προεδρία Τραμπ και τη νέα ρεπουμπλικανική γραμμή, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την Ευρώπη είτε ως πεδίο εκμετάλλευσης-μέσω δασμών και εμπορικών πιέσεων-είτε ως γεωπολιτικό αντίπαλο, σε θέματα όπως η ενέργεια και η τεχνολογία. Οι δηλώσεις στελεχών της αμερικανικής ηγεσίας στο Μόναχο, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατηγορήθηκε για λογοκρισία της Δεξιάς, δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον δεν σέβεται πλέον ούτε τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η ευρωπαϊκή απάντηση είναι δαπανηρή και επώδυνη. Για να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία, η Ευρώπη πρέπει να ξαναχτίσει την αμυντική της βιομηχανία από το μηδέν. Αυτό σημαίνει περισσότερα χρήματα για όπλα, λιγότερα για κοινωνικές δαπάνες. Η Γερμανία ξεκίνησε ήδη ένα πακέτο 500 δισεκατομμυρίων για υποδομές και άμυνα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε το European Security Action, με κοινά ομόλογα 150 δισεκατομμυρίων για εξοπλιστικά προγράμματα. Το σχέδιο ReArm Europe, γνωστό και ως «Ετοιμότητα 2030», σχεδιάζεται για να φτάσει τα 800 δισεκατομμύρια.  Συζητείται ακόμη και η ίδρυση μιας πολυμερούς τράπεζας αφιερωμένης αποκλειστικά στην άμυνα.

Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη αντέχει οικονομικά μια τέτοια στροφή. Οι χώρες του Βορρά, με χαμηλό δημόσιο χρέος (Δανία, Γερμανία), έχουν περιθώρια. Οι χώρες του Νότου, με χρέη που ξεπερνούν το 100% ή και 130% του ΑΕΠ (Ιταλία), βρίσκονται σε αδιέξοδο. Αν δεν υπάρξει ένας μόνιμος μηχανισμός αναδιανομής εντός της ΕΕ-κάτι που σήμερα δεν υπάρχει-η αμυντική θωράκιση θα εντείνει τις ανισότητες. Η Ευρώπη ίσως να γίνει πιο ασφαλής εξωτερικά, αλλά πιο εύθραυστη εσωτερικά.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ

Η οικονομική πίεση και η γεωπολιτική ανασφάλεια έχουν ήδη μεταμορφώσει το ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο. Η παραδοσιακή διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς έχει εν μέρει αντικατασταθεί από ένα νέο ρήγμα: προοδευτικοί, υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης, εναντίον συντηρητικών, που δίνουν προτεραιότητα στην εθνική κυριαρχία και την πολιτισμική οικειότητα. Η άνοδος της Δεξιάς δεν είναι περιθωριακό φαινόμενο. Κυβερνήσεις όπως αυτή της Ιταλίας υπό τη Μελόνι έχουν αποδείξει ότι η συντηρητική διακυβέρνηση μπορεί να είναι σταθερή, ρεαλιστική και αποτελεσματική.

Αυτή η πολιτική στροφή έχει οικονομικές συνέπειες. Μια πιο συντηρητική Ευρώπη σημαίνει λιγότερο ελεύθερο εμπόριο, αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα, λιγότερη εργασιακή κινητικότητα και μεγαλύτερη έμφαση στην εγχώρια παραγωγή. Σημαίνει επίσης μια πιο σκληρή στάση απέναντι σε τρίτες χώρες, είτε πρόκειται για την Κίνα είτε για τις ΗΠΑ. Η Ευρώπη που αναδύεται δεν θα είναι η αφελής, ανοιχτή ήπειρος της δεκαετίας του 2000. Θα είναι μια Ευρώπη που θυσιάζει ένα μέρος της ευημερίας της με αντάλλαγμα την ασφάλεια-εσωτερική και εξωτερική.

Η βελτίωση των σινο-ευρωπαϊκών σχέσεων σήμερα οφείλεται κυρίως στην όξυνση των ευρω-ατλαντικών σχέσεων. Η «στροφή προς την Κίνα» είναι σε μεγάλο βαθμό παθητική επιλογή, προϊόν της αμερικανικής πίεσης. Για να γίνει στρατηγική επιλογή, απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις.

Πρώτον, σχετική αμυντική αυτάρκεια της Ευρώπης. Όσο η ήπειρος εξαρτάται για το 70% του εξοπλισμού της από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να χαράξει αυτόνομη πορεία. Δεύτερον, ψηφιακή κυριαρχία. Χωρίς δικό της οικοσύστημα mobile internet, η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη στην αμερικανική «γνωστική διείσδυση». Τρίτον, διαχείριση του εμπορικού ελλείμματος με την Κίνα. Η Ευρώπη βλέπει την Κίνα ως «σημαντική απειλή» λόγω βιομηχανικού ανταγωνισμού. Η Κίνα διαθέτει τεράστια παραγωγική ικανότητα, προηγμένη τεχνολογία και χαμηλό κόστος. Μια win-win σχέση προϋποθέτει ότι το Πεκίνο θα αμβλύνει την πίεση: είτε μέσω ελεγχόμενης ανατίμησης του νομίσματός του, είτε μέσω μηχανισμών που χρηματοδοτούν ευρωπαϊκές αγορές πράσινων κινεζικών προϊόντων, στηρίζοντας έτσι την ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα μπροστά στο σκληρότερο τεστ της μεταπολεμικής της ιστορίας. Τα τρία στηρίγματα της ανάπτυξης της-αμερικανική προστασία, ρωσική ενέργεια, κινεζική αγορά-έχουν υποχωρήσει ή αντιστραφεί. Το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο δεν είναι πλέον βιώσιμο στην προηγούμενη μορφή του. Η μετάβαση απαιτεί επενδύσεις στην άμυνα, στην ψηφιακή κυριαρχία και στην εσωτερική συνοχή. Απαιτεί επίσης δύσκολες πολιτικές επιλογές-ανάμεσα στα όπλα και το βούτυρο, ανάμεσα στην αλληλεγγύη και την εθνική προστασία, ανάμεσα στο ανοιχτό εμπόριο και τη στρατηγική αυτονομία.

Το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα αλλάξει. Ήδη αλλάζει. Το ερώτημα είναι αν θα αλλάξει αρκετά γρήγορα και αν θα αλλάξει με τρόπο που να διατηρήσει την ενότητα της. Η γεωπολιτική ενηλικίωση είναι πάντα επώδυνη.

Geopolitics: Η ομάδα της γεωοικονομίας
+ posts