Η διπλωματική πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ για τη μαζική διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ αποτελεί τη σημαντικότερη απόπειρα αναδιάταξης της γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής στη Μέση Ανατολή. Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε άμεσα τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με το Ιράν, με την υποχρεωτική προσχώρηση κομβικών μουσουλμανικών χωρών στο σύμφωνο εξομάλυνσης σχέσεων με το Ισραήλ. Η στρατηγική αυτή επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ενιαίο περιφερειακό μέτωπο ασφαλείας και οικονομικής συνεργασίας, θέτοντας όμως σκληρά διλήμματα σε κάποιες χώρες. Στην επίσημη ανάρτηση του, ο Τραμπ ανέφερε κατά λέξη: «Οι χώρες που συζητήθηκαν είναι η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Πακιστάν, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και το Μπαχρέιν».
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε χαρακτηριστικά πως, εφόσον η Τεχεράνη υπογράψει την τελική ειρηνευτική συμφωνία μαζί του, «θα ήταν τιμή να αποτελέσει και η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μέρος αυτού του απαράμιλλου παγκόσμιου συνασπισμού», εντάσσοντας την στο όραμα του για τις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Η συμπερίληψη της Τουρκίας στη λίστα Τραμπ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε αντίθεση με άλλα κράτη, η Άγκυρα αναγνωρίζει επίσημα το Ισραήλ από το 1949. Συνεπώς, η πίεση των ΗΠΑ δεν αφορά τη νομική αναγνώριση, αλλά τη θεσμική και μόνιμη πρόσδεση της χώρας σε έναν αμερικανοκίνητο άξονα. Με τον τρόπο αυτό, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να στερήσει από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τη δυνατότητα να «παγώνει» τις διμερείς σχέσεις ή να επιβάλλει εμπορικούς αποκλεισμούς κάθε φορά που κλιμακώνεται το Παλαιστινιακό ζήτημα.
Η Άγκυρα αντέδρασε θέτοντας αυστηρές κόκκινες γραμμές. Ο Υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, δήλωσε ότι προϋπόθεση για οποιαδήποτε κίνηση είναι η άμεση κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, η απρόσκοπτη ανθρωπιστική βοήθεια και ένα οριστικό χρονοδιάγραμμα για τη λύση των δύο κρατών. Η Τουρκία δεν πρόκειται να υπογράψει «λευκή επιταγή». Θα χρησιμοποιήσει το βάρος της για να αποσπάσει ανταλλάγματα από τον Τραμπ, όπως η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35, οικονομικές ενισχύσεις και γεωπολιτικές παραχωρήσεις στη βόρεια Συρία.
Για την Ουάσιγκτον, η παράκαμψη της Συρίας και του Λιβάνου δείχνει ότι η ένταξη τους στις Συμφωνίες του Αβραάμ, θεωρείται αδύνατη προτού σταθεροποιηθεί πλήρως το νέο πολιτικό σκηνικό στη Δαμασκό και προτού αποδυναμωθεί οριστικά η Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Στον αντίποδα, το Πακιστάν εκπροσωπεί την πλήρη ιδεολογική και πολιτική άρνηση στο όραμα του Τραμπ. Το Ισλαμαμπάντ απέρριψε αμέσως την πρόταση, καθώς δεν διατηρεί ιστορικά καμία διπλωματική σχέση με το Ισραήλ. Για την πακιστανική ηγεσία, η αναγνώριση του εβραϊκού κράτους αποτελεί «κόκκινο πανί» για την εσωτερική κοινή γνώμη, η οποία κυριαρχείται από έντονα θρησκευτικά και συντηρητικά στρώματα. Οποιοσδήποτε συμβιβασμός χωρίς την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοκτονία για την κυβέρνηση και θα πυροδοτούσε μαζικές εσωτερικές ταραχές.
Η Αίγυπτος, η πρώτη αραβική χώρα που υπέγραψε ειρήνη με το Ισραήλ το 1979, βλέπει τη διεύρυνση των Συμφωνιών μέσα από το πρίσμα της δικής της περιφερειακής ασφάλειας και οικονομίας. Το Κάιρο επιθυμεί τη σταθερότητα, καθώς ο πόλεμος πλήττει τα έσοδα από τη Διώρυγα του Σουέζ και τον τουρισμό. Ωστόσο, η κυβέρνηση Σίσι ανησυχεί για την πίεση που δέχεται στα σύνορά της με τη Γάζα και δεν επιθυμεί μια συμφωνία που θα εκτόπιζε τους Παλαιστινίους στο Σινά. Η Αίγυπτος θα στηρίξει τη διεύρυνση, μόνο αν αυτή εγγυάται τον δικό της αναβαθμισμένο ρόλο ως μόνιμου διαμεσολαβητή και προσφέρει ισχυρή αμερικανική οικονομική βοήθεια.
Το Ισραήλ αναμένεται να υποδεχθεί την πρωτοβουλία Τραμπ ως τη μεγαλύτερη διπλωματική και στρατηγική νίκη από την ίδρυση του. Η ταυτόχρονη εξομάλυνση με δυνάμεις όπως η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία θα σήμαινε το οριστικό τέλος της περιφερειακής του απομόνωσης και τη δημιουργία ενός πανίσχυρου αντι-ιρανικού μετώπου.
Ωστόσο, η ισραηλινή ηγεσία δεν πρόκειται να θεωρήσει αυτές τις υπογραφές ως «προσωρινή διευθέτηση», αλλά ως το τελικό επιδιωκόμενο καθεστώς. Παράλληλα, θα διατηρήσει υψηλή επιφυλακτικότητα. Το Ισραήλ γνωρίζει ότι οι συμφωνίες αυτές παρακάμπτουν το Παλαιστινιακό ζήτημα, πράγμα που σημαίνει ότι η εσωτερική απειλή της δημιουργίας δύο κρατών, θα παραμείνει ενεργή. Επιπλέον, λόγω της ιστορικής του εμπειρίας, το Τελ Αβίβ δεν θα μειώσει την αμυντική του ετοιμότητα, καθώς μια μελλοντική καθεστωτική αλλαγή στις αραβικές χώρες θα μπορούσε να ακυρώσει τις υπογραφές.
Για την Ελλάδα, η επιτυχία αυτού του σχεδίου μπορεί να αποδειχτεί κρίσιμη. Η Αθήνα ευνοείται από τη σταθερότητα, καθώς αυτή θα ξεκλείδωνε τον εμπορικό διάδρομο IMEC (Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης), καθιστώντας τα ελληνικά λιμάνια την κύρια πύλη εισόδου των προϊόντων στην ΕΕ. Το μεγάλο ρίσκο για την ελληνική διπλωματία είναι να μην επιτρέψει στην Τουρκία να χρησιμοποιήσει την υπογραφή της ως μοχλό πίεσης προς τον Τραμπ, ζητώντας ως αντάλλαγμα την αναθεώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο ή την περιθωριοποίηση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Το πως θα αντιμετωπίσει το Ισραήλ τις σχέσεις του με την Ελλάδα και τη Κύπρο, είναι ένα ανοικτό θέμα.







