Η φορολόγηση των (υπερ)πλουσίων

Η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας. Για να γίνει κατανοητή η διάσταση του προβλήματος, είναι αναγκαίος ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ εισοδήματος και περιουσίας. Ένας δισεκατομμυριούχος μπορεί να δηλώνει ετήσιο μισθό ενός δολαρίου, όπως ο Mark Zuckerberg, ωστόσο η πραγματική του οικονομική ισχύς δεν αποτυπώνεται στον μισθό, αλλά στο απόθεμα των μετοχών, των ακινήτων και των εταιρικών συμμετοχών που κατέχει. Επομένως, η φορολόγηση του πλούτου δεν στοχεύει τη ροή των εσόδων, αλλά το συνολικό κεφαλαιουχικό απόθεμα. Επιπλέον, η θεωρητική βάση αυτής της φορολόγησης εδράζεται στην αναγνώριση ότι καμία τεράστια περιουσία δεν δημιουργείται σε κοινωνικό κενό. Στηρίζεται σε δημόσιες υποδομές, εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό, κρατική έρευνα και θεσμικό πλαίσιο που διασφαλίζει την αγορά. Συνεπώς, η προοδευτική φορολόγηση της καθαρής περιουσίας δεν αποτελεί απλώς έναν μηχανισμό αναδιανομής, αλλά έναν τρόπο επιστροφής στην κοινωνία του τμήματος εκείνου του πλούτου που παράχθηκε συλλογικά, αλλά ιδιοποιήθηκε ατομικά.

Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, η συζήτηση έχει ξεπεράσει το απλοϊκό δίλημμα του αν πρέπει να φορολογηθούν οι υπερπλούσιοι και εστιάζει στο πώς θα σχεδιαστεί ο φόρος ώστε να αποφευχθούν οι παγίδες της φοροδιαφυγής και της φυγής κεφαλαίων. Ο Thomas Piketty, μέσω της μακροοικονομικής του ανάλυσης, κατέδειξε ότι όταν η απόδοση του κεφαλαίου υπερβαίνει τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, η ανισότητα διογκώνεται αυτοματοποιημένα, προτείνοντας έναν παγκόσμιο προοδευτικό φόρο στο κεφάλαιο. Πιο πρόσφατα, οι Emmanuel Saez και Gabriel Zucman ανέπτυξαν μοντέλα που προτείνουν ελάχιστους πραγματικούς συντελεστές φορολόγησης, τονίζοντας ότι ο φόρος δεν πρέπει να είναι απλώς προσχηματικός. Τα ακαδημαϊκά αυτά μοντέλα συνοδεύονται από αυστηρούς μηχανισμούς εφαρμογής: την ενίσχυση των ελεγκτικών αρχών με τεράστια χρηματοδότηση, την επιβολή εξοντωτικών φόρων εξόδου για όσους εγκαταλείπουν τη φορολογική τους κατοικία, και τη δημιουργία παγκόσμιων μητρώων πραγματικών δικαιούχων. Η ακαδημαϊκή κοινότητα επιμένει ότι η φορολογική βάση πρέπει να είναι η παγκόσμια καθαρή περιουσία. Αν ο φόρος περιοριστεί μόνο στον εγχώριο πλούτο, το μόνο που θα επιτευχθεί είναι η μαζική μεταφορά κεφαλαίων και εταιρικών συμμετοχών στο εξωτερικό. Επιπλέον, προτείνονται προοδευτικές κλίμακες, όπου ο συντελεστής αυξάνεται κλιμακωτά καθώς εισερχόμαστε στο ανώτερο ένα δέκατο του ενός τοις εκατό, αποφεύγοντας την άδικη επιβάρυνση της ανώτερης μεσαίας τάξης που τυχαίνει να κατέχει μια κύρια κατοικία.

Μπορούμε να δούμε πως αντιμετωπίζονται όλα αυτά, στις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη.

OI G7

Η εφαρμογή αυτών των θεωρητικών μοντέλων στις μεγάλες δυτικές οικονομίες, τους G7, αποκαλύπτει ένα πολύπλοκο και συχνά αντιφατικό τοπίο. Ιστορικά, πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, κατήργησαν τους φόρους πλούτου που διέθεταν. Οι λόγοι ήταν ακριβώς εκείνοι που επισημαίνει η σύγχρονη κριτική: η δυσκολία αποτίμησης μη εισηγμένων εταιρειών και σύνθετων περιουσιακών στοιχείων, το υψηλό διοικητικό κόστος και, κυρίως, η μαζική φυγή κεφαλαίων και φορολογικών κατοίκων σε γειτονικές χώρες με ευνοϊκότερα καθεστώτα. Σήμερα, κανένας από τους G7 δεν εφαρμόζει έναν κλασικό, ετήσιο, προοδευτικό φόρο καθαρής περιουσίας σε εθνικό επίπεδο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ομοσπονδιακό φόρο πλούτου, ωστόσο η πολιτική συζήτηση έχει μετατοπιστεί στη φορολόγηση των μη πραγματοποιημένων κεφαλαιουχικών κερδών και στην ενίσχυση της φορολογικής υπηρεσίας για τον εντοπισμό του κρυμμένου πλούτου. Ωστόσο, υπάρχουν ισχυρές νομοθετικές προτάσεις (Ελίζαμπεθ Γουόρεν και Μπέρνι Σάντερς- Ρο Χάνα) και η πρόταση της κυβέρνησης Μπάιντεν για «Ελάχιστο Φόρο Εισοδήματος για Δισεκατομμυριούχους» (φορολόγηση μη πραγματοποιημένων κερδών). Ορισμένες πολιτείες (π.χ. Καλιφόρνια, Νέα Υόρκη) έχουν υψηλούς φόρους ακίνητης περιουσίας και κεφαλαιουχικών κερδών, αλλά όχι γενικό φόρο πλούτου.

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει ετήσιο φόρο πλούτου. Το 2020, η ανεξάρτητη Wealth Tax Commission (με τη συμμετοχή κορυφαίων οικονομολόγων) πρότεινε έναν εφάπαξ φόρο πλούτου 5% ως την πιο αποδοτική λύση, αλλά η κυβέρνηση τον απέρριψε. Αντ’ αυτού, βασίζεται σε φόρους κληρονομιάς και κεφαλαιουχικών κερδών.

Η Γερμανία κατήργησε τον ομοσπονδιακό φόρο πλούτου το 1997. Ο κύριος λόγος ήταν διοικητικός και συνταγματικός: το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων (ειδικά μη εισηγμένων επιχειρήσεων και ακινήτων) ήταν άνιση και δυσανάλογα δαπανηρή, παραβιάζοντας την αρχή της ισότητας. Αυτό επιβεβαιώνει και τη δυσκολία αποτίμησης σύνθετων δομών.

Η Ιταλία έχει στοχευμένους «φόρους πλούτου», αλλά όχι γενικό φόρο καθαρής περιουσίας. Επιβάλλει φόρο 0,2% (και έως 0,4% για ορισμένα προϊόντα) σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και ειδικούς φόρους σε ακίνητα και σε περιουσιακά στοιχεία που διατηρούνται στο εξωτερικό (IVIE/IVAFE), προσπαθώντας να περιορίσει τη διαφυγή.

Η Ιαπωνία και ο Καναδάς δεν έχουν γενικό φόρο πλούτου. Η Ιαπωνία αντισταθμίζει αυτή την απουσία με έναν από τους υψηλότερους φόρους κληρονομιάς στον κόσμο (έως 55%), ο οποίος λειτουργεί ως έμμεσος μηχανισμός αναδιανομής του συσσωρευμένου πλούτου μεταξύ των γενεών.

Η κοινή συνισταμένη στους G7 είναι η συνειδητοποίηση ότι η μεμονωμένη εθνική δράση καταδικάζεται να αποτύχει λόγω του φορολογικού ανταγωνισμού. Αντί να προσπαθούν να επιβάλουν μονομερώς φόρους πλούτου (και να αντιμετωπίσουν τη φυγή κεφαλαίων), οι G7 έχουν στρέψει την προσοχή τους σε διεθνείς μηχανισμούς. Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι:

Παγκόσμιος Ελάχιστος Φόρος Εταιρειών (Pillar Two): Οι G7 ήταν οι κύριοι αρχιτέκτονες της συμφωνίας του ΟΟΣΑ (2021) για ελάχιστο φορολογικό συντελεστή 15% για τις πολυεθνικές. Αυτό χτυπά έμμεσα τον πλούτο που κρύβεται σε εταιρικές δομές.

Παγκόσμιος Ελάχιστος Φόρος για Δισεκατομμυριούχους: Από το 2023-2026, υπό την πίεση των ΗΠΑ και εκθέσεων του ΟΟΣΑ και του Tax Observatory (Zucman), οι G7 συζητούν ενεργά την επέκταση αυτής της λογικής στα φυσικά πρόσωπα υψηλής καθαρής αξίας (UHNWIs). Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα «δίχτυ ασφαλείας»: αν μια χώρα δεν φορολογεί έναν δισεκατομμυριούχο τουλάχιστον με έναν ελάχιστο συντελεστή (π.χ. 2%), οι άλλες χώρες των G7 θα έχουν το δικαίωμα να επιβάλουν συμπληρωματικό φόρο («underfunded profits rule» για άτομα).

ΟΙ BRICS+

Η εξέταση της στάσης των χωρών των BRICS+ (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική και τα νεότερα μέλη) αναδεικνύει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σύνθετο τοπίο. Σε αντίθεση με την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ, όπου η συζήτηση είναι κυρίως ιδεολογική και ακαδημαϊκή, στις χώρες των BRICS+ η φορολόγηση του πλούτου προσκρούει σε ωμά εμπόρια: ακραία ανισότητα, αδύναμους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς και τον άμεσο κίνδυνο φυγής κεφαλαίων.

Στη Νότια Αφρική, την πιο άνιση χώρα του κόσμου, η πίεση για επιβολή φόρου πλούτου είναι τεράστια, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν βασικά κοινωνικά προγράμματα. Ωστόσο, το Υπουργείο Οικονομικών προειδοποιεί συνεχώς ότι ένας τέτοιος φόρος θα αποφέρει ελάχιστα έσοδα και θα προκαλέσει μαζική φυγή κεφαλαίων, επιβεβαιώνοντας τους κινδύνους που περιγράφει η ακαδημαϊκή θεωρία.

Στη Βραζιλία, το Σύνταγμα προβλέπει ρητά τη δυνατότητα επιβολής φόρου μεγάλων περιουσιών, αλλά αυτός δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ, γιατί το Κογκρέσο αρνείται να ψηφίσει εφαρμοστικό νόμο, λόγω της ισχυρής πολιτικής αντίστασης των αγροτικών και επιχειρηματικών ελίτ. Αντίθετα, η Βραζιλία έχει αναλάβει διεθνή ηγετικό ρόλο, προτείνοντας στους G20 την καθιέρωση ενός παγκόσμιου ελάχιστου φόρου για τους υπερπλούσιους, αναγνωρίζοντας ότι η εθνική απομόνωση είναι αδιέξοδη.

Η Ινδία αποτελεί μάθημα διοικητικής αποτυχίας, καθώς κατήργησε τον φόρο πλούτου το 2015, διότι ήταν εξαιρετικά δαπανηρός και παρήγαγε αμελητέα έσοδα, αφού οι πλούσιοι τον απέφευγαν μέσω σύνθετων εταιρικών δομών. Σήμερα, δεν υπάρχει άμεσος φόρος περιουσίας. Ωστόσο, υπάρχει έντονη ακαδημαϊκή και κοινωνική πίεση (π.χ. από την Oxfam India και το Tax Observatory) για την επιβολή ενός φόρου 2% στους υπερπλούσιους ή ενός εφάπαξ φόρου στα μη πραγματοποιημένα κέρδη των δισεκατομμυριούχων, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν κοινωνικά προγράμματα. Η κυβέρνηση, ωστόσο, προτιμά να αυξάνει τους έμμεσους φόρους και να ελέγχει τη φοροδιαφυγή, αντί να επαναφέρει τον φόρο πλούτου.

Η Κίνα, από την πλευρά της, δεν έχει θεσπίσει άμεσο φόρο πλούτου, αλλά κινείται προς αυτή την κατεύθυνση έμμεσα, εντείνοντας σημαντικά τους ελέγχους στα υπεράκτια trusts των υπερπλουσίων και εφαρμόζοντας πιλοτικά προγράμματα φορολόγησης ακίνητης περιουσίας για να αναχαιτίσει την ανισότητα.

Η Ρωσία δεν επιβάλλει φόρο πλούτου και έχει καταργήσει τον φόρο κληρονομιάς. Η  Ρωσία έχει επιλέξει την οδό της προοδευτικής φορολόγησης του εισοδήματος και όχι της περιουσίας, κυρίως για άμεσους δημοσιονομικούς λόγους, που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία και όχι για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Στις πρόσφατες διακηρύξεις των συνόδων κορυφής των BRICS+ (π.χ. στο Ρίο ντε Τζανέιρο), υπάρχει ρητή δέσμευση για την προώθηση ενός «δίκαιου, πιο συμπεριληπτικού, σταθερού και αποδοτικού διεθνούς φορολογικού συστήματος». Υποστηρίζουν τη διεθνή φορολογική διαφάνεια, αλλά αποφεύγουν να δεσμευτούν για εναρμονισμένους εσωτερικούς φόρους πλούτου, αφήνοντας κάθε χώρα να χειριστεί το ζήτημα με βάση τις δικές της δυνατότητες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η παγκόσμια χαρτογράφηση της φορολόγησης του πλούτου αποδεικνύει ότι το ζήτημα δεν είναι ούτε τεχνικό ούτε ιδεολογικό, αλλά βαθιά πολιτικό και δομικό. Η εμπειρία από τη Δύση και τις αναδυόμενες οικονομίες δείχνει ότι οι απλοϊκές προσεγγίσεις, όπως η επιβολή ενός ενιαίου συντελεστή χωρίς προοδευτικότητα, ή η αγνόηση του παγκόσμιου χαρακτήρα του σύγχρονου κεφαλαίου, οδηγούν σε μέτρα που είτε αγνοούνται από τους πραγματικά πλούσιους, είτε χτυπούν λανθασμένα την ανώτερη μεσαία τάξη. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι η ρητορική της αναδιανομής, που εύκολα μπορεί να υιοθετηθεί, αλλά η κατασκευή ισχυρών κρατικών μηχανισμών, η αποτίμηση σύνθετων περιουσιακών στοιχείων και η διεθνής συνεργασία για τον τερματισμό της ασυλίας των φορολογικών παραδείσων. Μόνο έτσι ο φόρος πλούτου μπορεί να μετατραπεί από ένα συμβολικό αίτημα σε έναν πραγματικό μηχανισμό επιστροφής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου στη συλλογική βάση που τον γέννησε.

Επομένως, η ουσιαστική κριτική δεν εστιάζει στο αν πρέπει να φορολογηθεί ο πλούτος, αφού η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι αυτό είναι εφικτό. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι προτάσεις αυτές πηγαίνουν αρκετά μακριά. Αν ένας φόρος απλώς αντικαθιστά άλλες γενικές επιβαρύνσεις, τότε η πραγματική πρόσθετη επιβάρυνση για το ανώτερο 1% είναι ανύπαρκτη. Η διεθνής βιβλιογραφία και η πρακτική των G7 και των BRICS+ καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: η φορολόγηση του πλούτου απαιτεί θάρρος στη δομή της. Απαιτεί προοδευτικές κλίμακες που χτυπούν την κορυφή της πυραμίδας, απαιτεί τεράστια επένδυση στο περιουσιολόγιο και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, και απαιτεί την πλήρη ενσωμάτωση του παγκόσμιου πλούτου στη φορολογική βάση. Χωρίς αυτούς τους πυλώνες, οποιαδήποτε προσπάθεια αναδιανομής θα καταλήξει να είναι ένας ακόμη φόρος που θα πληρώνουν μόνο όσοι δεν μπορούν να κρυφτούν, αφήνοντας τον μεγάλο πλούτο ασύδοτο.

Geoeurope: H ομάδα της γεωοικονομίας
+ posts