Σε μια ιστορική καμπή όπου η γεωπολιτική σκακιέρα, η παγκόσμια οικονομία και η ραγδαία εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης περιπλέκονται άρρηκτα με την εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 και η επακόλουθη αναμέτρηση του 2028, δεν αποτελούν απλές εκλογικές διαδικασίες.
Τώρα που το Δημοκρατικό Κόμμα έχει επιτύχει το λεγόμενο «Double Win» –αναλαμβάνοντας τον έλεγχο της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων– αναμένεται να εξαπολύσει μια μεγάλη θεσμική αντεπίθεση. Αυτή η αντεπίθεση, μέσω της ενεργοποίησης εξαντλητικών κοινοβουλευτικών ερευνών (Congressional investigations) και της χρήσης της εξουσίας των κλητεύσεων (subpoena power), δεν θα στοχεύσει απλώς στην τιμωρία προσώπων, αλλά και στην αποδόμηση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επιρροής των τεχνο-ολιγαρχών της Silicon Valley.
Ο ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Στην πρώτη γραμμή αυτής της θεσμικής σύγκρουσης θα βρεθούν οι κορυφαίοι πολιτικοί εκφραστές της τρέχουσας διακυβέρνησης. Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ είναι η πιο σύνθετη λόγω της θεσμικής του ιδιότητας και της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την προεδρική ασυλία.
Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, ένας εν ενεργεία πρόεδρος απολαμβάνει απόλυτη ασυλία για επίσημες πράξεις (official acts) που εμπίπτουν στα βασικά συνταγματικά του καθήκοντα (όπως η διοίκηση του στρατού και η εξωτερική πολιτική). Αυτό σημαίνει ότι ο Trump δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά για τις αποφάσεις του να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις ή να επιβάλει δασμούς.
Επειδή οι Δημοκρατικοί ελέγχουν τη Βουλή, μπορούν να τον παραπέμψουν (impeachment) με απλή πλειοψηφία για «βαριά εγκλήματα και παραπτώματα». Ωστόσο, για την καταδίκη και την απομάκρυνση του από το αξίωμα απαιτείται πλειοψηφία 2/3 στη Γερουσία, που θα είναι αδύνατον να επιτευχθεί, εκτός και αν συναινέσουν και Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές.
Η προσπάθεια θα στραφεί σε άλλους στόχους, τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Καθώς και οι δύο αποτελούν τους ισχυρότερους διεκδικητές του ρεπουμπλικανικού χρίσματος για τις προεδρικές εκλογές του 2028, η στοχοποίηση τους από τους Δημοκρατικούς θα έχει σαφή στρατηγικό χαρακτήρα, την πολιτική τους αποδυνάμωση μέσω της δημόσιας έκθεσης.
Ο Ρούμπιο, ως αρχιτέκτονας της εξωτερικής πολιτικής, θα κληθεί να λογοδοτήσει για τη νομιμότητα των στρατιωτικών εμπλοκών στη Μέση Ανατολή και την παράκαμψη του Κογκρέσου, ενώ ο Βανς θα βρεθεί στο επίκεντρο ερευνών για τον ρόλο του στη λήψη αποφάσεων εσωτερικής ασφάλειας. Αντίστοιχα, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ θα αντιμετωπίσει άμεσο κίνδυνο για παραβίαση της Πράξης Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Resolution). Στο στόχαστρο είναι ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης και προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ, Τοντ Μπλανς, όπως και η πρώην Παμ Μπόντι, αλλά και ο ηττημένος των εκλογών, εισαγγελέας του Τέξας Κεν Πάξτον, που θα ερευνηθούν για την εργαλειοποίηση των δικαστικών μηχανισμών.
Σε ότι αφορά τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη προειδοποιήσει ότι η βασική τους προτεραιότητα θα είναι η διερεύνηση της απόφασης της κυβέρνησης να χορηγήσει ιδιότυπη ασυλία από φορολογικούς ελέγχους στον Ντόναλντ Τραμπ, την οικογένεια του και τις επιχειρήσεις του. Οι Δημοκρατικοί θα ξεκινήσουν έρευνες για τον υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ, για να διαπιστώσουν αν η επιβολή σαρωτικών δασμών έγινε με διαφανή κριτήρια ή αν υπήρξε προνομιακή μεταχείριση για συγκεκριμένους βιομηχάνους και δωρητές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Το ίδιο θα ισχύσει και για τον Ράσελ Βοτ, που διευθύνει το Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού.
Ο αντικειμενικός σκοπός αυτών των ερευνών δεν είναι η ποινική φυλάκιση, αλλά η φθορά της δημόσιας εικόνας τους, αναγκάζοντας τους να αναλώσουν το πολιτικό τους κεφάλαιο σε μια διαρκή θέση άμυνας.
Ο ΧΩΡΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Αν για τους πολιτικούς ο κίνδυνος είναι πρωτίστως επικοινωνιακός, για τους τεχνο-ολιγάρχες και τις επιχειρήσεις τους η απειλή μεταφράζεται σε ενδεχόμενο οικονομικό και λειτουργικό στραγγαλισμό.
Ο Έλον Μασκ, έχοντας εκτεθεί ανεπανόρθωτα μέσω του υπουργείου Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας (DOGE), θα βρεθεί αντιμέτωπος με βαριές κατηγορίες για σύγκρουση συμφερόντων (conflict of interest). Οι Δημοκρατικοί θα χρησιμοποιήσουν την «εξουσία του πουγκιού» (Power of the Purse) για να παγώσουν ή να θέσουν αυστηρούς όρους στα κυβερνητικά συμβόλαια δισεκατομμυρίων της SpaceX με τη NASA και το Πεντάγωνο, ενώ οι ομοσπονδιακές αρχές θα ερευνήσουν αν οι εισηγήσεις του για περικοπές ευνόησαν τις προσωπικές του επιχειρήσεις (Tesla, X).
Παράλληλα, η Palantir Technologies των Πίτερ Θιλ και Άλεξ Καρπ θα βρεθεί στο στόχαστρο για τον ρόλο του λογισμικού της στις μαζικές απελάσεις μεταναστών. Οι ιδρυτές της, έχοντας λειτουργήσει ως οι ιδεολογικοί και οικονομικοί χρηματοδότες της νέας ρεπουμπλικανικής Δεξιάς, θα δουν τα απόρρητα συμβόλαια τους με τις υπηρεσίες ασφαλείας να μπαίνουν στο μικροσκόπιο, προκαλώντας ισχυρούς κλονισμούς στη χρηματιστηριακή τους αξία και αποδεικνύοντας ότι οι διασυνδέσεις με την εξουσία, μπορούν να μετατραπούν σε επιχειρηματική αχίλλειο πτέρνα.
Αυτή η συντονισμένη επίθεση κατά προσώπων και εταιρειών θα οδηγήσει αναγκαστικά προς το τέλος της περιόδου πλήρους απορρύθμισης για τη βιομηχανία της Τεχνητής Νοημοσύνης. Κολοσσοί όπως η OpenAI, η Microsoft και η Anthropic θα δουν τις εθελοντικές συμφωνίες ασφαλείας, να αντικαθίστανται από υποχρεωτικούς ομοσπονδιακούς νόμους, περιορίζοντας την ελευθερία διάθεσης νέων προηγμένων μοντέλων. Η επιβολή αυστηρών περιβαλλοντικών περιορισμών και φόρων στην ενέργεια, θα βάλει φρένο στην ανεξέλεγκτη επέκταση των data centers, αυξάνοντας κατακόρυφα το κόστος λειτουργίας. Επιπλέον, η θεσμοθέτηση κανόνων για τα πνευματικά δικαιώματα, θα αναγκάσει τις εταιρείες να πληρώνουν για τα δεδομένα εκπαίδευσης των μοντέλων της ΑΙ, εξανεμίζοντας τα μέχρι τώρα υπερκέρδη τους.
Αν και οι υποστηρικτές του «τεχνο-επιταχυντισμού» προειδοποιούν ότι τέτοιες ρυθμίσεις θα στερήσουν από τις ΗΠΑ την πρωτοκαθεδρία στον γεωπολιτικό πόλεμο με την Κίνα, οι Δημοκρατικοί θα επιλέξουν να τρέξουν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό με «ζώνη ασφαλείας», ποντάροντας στη δημιουργία ενός κοινού δυτικού μετώπου ρυθμίσεων σε συνεργασία με το AI Act της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πολιτική επικράτηση των Δημοκρατικών θα σημάνει την επιστροφή στην παραδοσιακή θεσμική ισορροπία, βάζοντας φρένο στις προεδρικές υπερεξουσίες. Με το Κογκρέσο να ανακτά τον ελεγκτικό του ρόλο, η Ουάσιγκτον θα στείλει ένα μήνυμα ότι η διακυβέρνηση δεν μπορεί να ασκείται μέσω παρορμητικών αποφάσεων, αλλά απαιτεί τη συναίνεση των θεσμών.







