Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνουν και διαστρεβλώνουν τα όρια μεταξύ «πολέμου» και «επιβολής του νόμου», μετατρέποντας επιθετικές ενέργειες σε «αστυνομικές» επιχειρήσεις με νομική επίφαση. Κεντρικό παράδειγμα είναι η υπόθεση του Νικολάς Μαδούρο. Η αμερικανική εκτελεστική εξουσία τον παρουσιάζει όχι ως αρχηγό ενός κυρίαρχου κράτους, αλλά ως κοινό εγκληματία—με κατηγορίες για «ναρκο-τρομοκρατία», διακίνηση κοκαΐνης και κατοχή καταστροφικών όπλων—αφαιρώντας σκόπιμα τον θεσμικό του τίτλο. Αυτή η φαινομενικά τεχνική γλωσσική επιλογή, αποκαλύπτει μια ευρύτερη, μεθοδική ανακατασκευή των νομικών ορίων: πότε και πώς ένας νόμιμος αρχηγός κράτους μπορεί να «υποβιβαστεί» σε αντικείμενο της αμερικανικής ποινικής δικαιοδοσίας.
Στον πυρήνα βρίσκεται η μετά την 9/11 εξέλιξη του αμερικανικού νομικού δόγματος, ιδίως μέσα από γνωμοδοτήσεις του Office of Legal Counsel (OLC) και στρατιωτικά εγχειρίδια, που επέτρεψαν να περιγραφούν συγκεκριμένες διασυνοριακές επιχειρήσεις ως «αστυνόμευση» και όχι ως πόλεμος. Παραδοσιακά, το διεθνές δίκαιο, υπό το πρίσμα της Συνθήκης της Βεστφαλίας και του Άρθρου 2(4) του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, περιορίζει αυστηρά τη χρήση βίας: επιτρέπεται μόνο με εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή σε αυτοάμυνα μετά από επίθεση. Οι ΗΠΑ όμως, ιδίως μετά την εξουσιοδότηση χρήσης βίας κατά της τρομοκρατίας το 2001από τον ΟΗΕ, επαναπροσδιόρισαν ορισμένες επιχειρήσεις ως «καταδίωξη εγκληματιών» ή «βοήθεια επιβολής νόμου κατόπιν πρόσκλησης», αποφεύγοντας έτσι τις νομικές υποχρεώσεις και τους περιορισμούς του πολέμου.
Κρίσιμος τεχνικός μοχλός αυτής της αναδιάταξης είναι η διεύρυνση της έννοιας της «εξέγερσης». Ενώ στο κλασικό διεθνές δίκαιο η εξέγερση αφορά ένοπλη πρόκληση εντός ενός κράτους εναντίον της νόμιμης κυβέρνησής του, η αμερικανική στρατηγική τη μετατρέπει σε «διεθνή πρόκληση από μη κρατικούς δρώντες» ενάντια στην «παγκόσμια τάξη». Έτσι, οι ΗΠΑ αυτοπαρουσιάζονται όχι ως εμπόλεμο μέρος, αλλά ως δύναμη «που συνδράμει στην καταστολή εξέγερσης»—δηλαδή επιτελεί «αστυνόμευση» σε υπερεθνικό πεδίο.
Αυτό γεννά ένα υβριδικό νομικό καθεστώς: από τη μια πλευρά, γίνεται επίκληση κανόνων του δικαίου των ενόπλων συρράξεων για να δικαιολογηθεί η χρήση φονικής βίας, ενώ από την άλλη, εφαρμόζονται πιο ελαστικά πρότυπα επιβολής του νόμου σε κρίσιμα ζητήματα, όπως δικαιοδοσία, κράτηση, δικαστικός έλεγχος στόχων, κανόνες εμπλοκής. Το αποτέλεσμα είναι μια «συγκόλληση» που επιλέγει τα πιο βολικά στοιχεία και από τα δύο καθεστώτα, αποφεύγοντας όμως και τις υποχρεώσεις τους.
Η νομολογική πραγμάτωση αυτού του σχήματος αναδεικνύεται στην υπόθεση Awlaki (2011) επί προεδρίας Ομπάμα, όπου η στοχοποιημένη εξουδετέρωση με drone εναντίον Αμερικανού πολίτη στην Υεμένη πλαισιώθηκε ως «συνδρομή επιβολής νόμου» κατόπιν πρόσκλησης της τοπικής κυβέρνησης, διαφεύγοντας υποχρεώσεων του War Powers Resolution (Προβλέπει ότι ο πρόεδρος μπορεί να στείλει τις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ σε δράση στο εξωτερικό μόνο με την «νόμιμη εξουσιοδότηση» του Κογκρέσου ή σε περίπτωση «εθνικής έκτακτης ανάγκης που δημιουργείται από επίθεση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, των εδαφών ή των κτήσεων τους ή των ενόπλων δυνάμεων τους»).
Αν και η υπόθεση απερρίφθη για δικονομικούς λόγους (έλλειψη εννόμου συμφέροντος), το σκεπτικό αποδέχθηκε εμμέσως την κυβερνητική θεωρία: ότι η αντιτρομοκρατική επιχείρηση εναντίον μη κρατικών δρώντων δεν ενεργοποιεί τις τυπικές υποχρεώσεις αναφοράς και ελέγχου του Δικαίου του Πολέμου. Αυτή η λογική διευκόλυνε, κατόπιν, μια σειρά από διασυνοριακές «αστυνομικές» επιχειρήσεις.
Στην υπόθεση Μαδούρο, οι τέσσερις βασικές κατηγορίες αφορούν καθαρά αμερικανικά ποινικά αδικήματα. Η δικαιοδοσία δεν στηρίζεται σε διεθνείς συνθήκες ή σε απόφαση του ΟΗΕ, αλλά στη μονομερή εξωεδαφική εφαρμογή των αμερικανικών ποινικών νόμων, μέσω των «effects principle» και «protective principle»: αρκεί μια πράξη να έχει ουσιώδη επίδραση στην αμερικανική επικράτεια ή να απειλεί τα αμερικανικά συμφέροντα/ασφάλεια, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του δράστη ή τον τόπο τέλεσης.
Ένα ακόμη θεμέλιο είναι η αναταξινόμηση κυβερνήσεων ως «εξεγερτικών οργανώσεων». Το κλασικό κριτήριο διεθνούς αναγνώρισης νομιμότητας, η «αποτελεσματική κυριαρχία» (effective control), παρακάμπτεται από ένα ασαφές κριτήριο «συμμόρφωσης με τις νόμιμες νόρμες της διεθνούς τάξης», όπου την ερμηνεία την έχει, ουσιαστικά, η Ουάσιγκτον. Έτσι δημιουργείται μια δυαδικότητα: «υπεύθυνοι εταίροι» που σέβονται τους κανόνες υπό αμερικανική ηγεσία και απολαμβάνουν πλήρη κυριαρχία και «παραβάτες/αποστάτες» που χαρακτηρίζονται ως «αντάρτες» ενάντια στην παγκόσμια τάξη και υφίστανται «κατευνασμό».
Η πρακτική συνέπεια είναι τεράστια: ο Μαδούρο δεν θα απολαύσει ασυλία αρχηγού κράτους, ούτε καθεστώς αιχμαλώτου πολέμου. Θα αντιμετωπιστεί ως κοινός κατηγορούμενος για εσωτερικά αμερικανικά εγκλήματα, παρότι δεν πρόκειται για διεθνή εγκλήματα (όπως γενοκτονία ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας). Αυτό ισοδυναμεί με αξίωση καθολικής αμερικανικής ποινικής δικαιοδοσίας «παντού, για τα πάντα», εφόσον κάτι θεωρείται ως απειλή στα αμερικανικά συμφέροντα—με προφανή διάβρωση βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου: κρατικής ασυλίας, μη επέμβασης, διπλωματικής ισότητας.
Υπάρχει μια ιστορική ακολουθία της «συσκευασίας» αλλαγής καθεστώτος, ως «επιβολής νόμου»: Παναμάς–Νοριέγκα (όπου το αμερικανικό δικαστήριο απέρριψε την ασυλία του επειδή οι ΗΠΑ δεν αναγνώριζαν την κυβέρνησή του), Ιράκ–Σαντάμ, Λιβύη–Καντάφι, Συρία–Άσαντ. Η μοναδικότητα εδώ είναι ότι η Βενεζουέλα δεν έχει υποστεί στρατιωτική συντριβή ή θεσμική κατάρρευση-ο Μαδούρο διατηρούσε αποτελεσματικό έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Κατά συνέπεια, σύλληψη μέσω καλυμμένων επιχειρήσεων ή αμφίβολης έκδοσης θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση κυριαρχίας—που όμως επαναπροσδιορίζεται ως «διασυνοριακή αστυνομική συνεργασία» με τους «αληθινούς εκπροσώπους» του λαού, δηλαδή την αντιπολίτευση που οι ΗΠΑ αναγνώρισαν, όπως στην περίπτωση του Χουάν Γκουαϊδό από το 2019. Εδώ αναδεικνύεται η επιλεκτική χρήση θεωριών «αναγνώρισης κυβέρνησης» (αποτελεσματικός έλεγχος vs νομιμοποιητική αρχή), ανάλογα με το πολιτικό συμφέρον: όταν η «σύμμαχος» πλευρά υστερεί σε πραγματικό έλεγχο, προβάλλεται η «δημοκρατική νομιμοποίηση»· όταν ο αντίπαλος ελέγχει το κράτος αλλά «αποκλίνει σε αξιακό επίπεδο», αμφισβητείται η νομιμότητά του.
Ιδιαίτερο ρόλο παίζει και η «μεταβατική δικαιοσύνη». Παραδοσιακά, αυτή ενεργοποιείται μετά την πτώση ενός καθεστώτος ή το πέρας μιας σύρραξης (δίκες, επιτροπές αλήθειας, αποζημιώσεις). Εδώ όμως εφαρμόζεται προληπτικά, «εντός της σύγκρουσης»: η δικαστική διαδικασία ξεκινά πριν την πτώση του καθεστώτος, ώστε να επιταχυνθεί η απονομιμοποίηση του και να διαιρεθεί η κοινωνική του βάση στήριξης. Ο νόμος γίνεται εργαλείο πολιτικής, όχι φραγμός της.
Το εγχειρίδιο αντεξέγερσης του Υπουργείου Άμυνας (2012) το δηλώνει ωμά: ο νόμος, στην αντεξέγερση, είναι μηχανισμός νομιμοποίησης, ένας «δεσμός» πολιτικής τάξης και κοινωνίας. Η «νίκη» δεν μετριέται σε εξουδετερωμένους αντιπάλους, αλλά σε «κερδισμένες καρδιές και μυαλά» μέσα από διαδικασίες, διακυβέρνησης και παροχής υπηρεσιών. Διεθνώς, αυτό σημαίνει διαρκή «ανταγωνισμό νομιμοποίησης»: όπου η νομική νομιμοποίηση (σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο) υστερεί, επιστρατεύεται η «κοινωνιολογική» νομιμοποίηση—η αφήγηση ότι «ο αντίπαλος είναι δικτάτορας/διεφθαρμένος/ναρκεμπόρος». Στην υπόθεση Μαδούρο, αφού λείπει σαφής νομικός μανδύας διεθνούς νομιμοποίησης (δεν υπάρχει απόφαση του ΟΗΕ), επιχειρείται οικοδόμηση κοινωνικής νομιμοποίησης, μέσα από στοχοποίηση της εικόνας του καθεστώτος στη διεθνή κοινή γνώμη.
Το πιο ανησυχητικό αποτέλεσμα αυτής της λογικής είναι η «κανονικοποίηση της εξαίρεσης». Κατά τον Καρλ Σμιτ, κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης. Με την αντεξεγερσιακή τους πρακτική, οι ΗΠΑ απονέμουν στον εαυτό τους τον ρόλο του «παγκόσμιου κυρίαρχου»: αποφασίζουν ποια κράτη λειτουργούν «κανονικά» και άρα απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του διεθνούς δικαίου, και ποια βρίσκονται σε «εξαίρεση», οπότε μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν «εξεγερτικές οντότητες». Αυτή η απόφαση δεν απαιτεί διεθνείς διαδικασίες, ούτε έλεγχο από το Συμβούλιο Ασφαλείας ή το Διεθνές Δικαστήριο, αλλά βασίζεται στην εκτίμηση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Συναφής είναι και η κατηγορία του «εχθρικού μαχητή», που δημιουργήθηκε στον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας». Δεν είναι ούτε αιχμάλωτος πολέμου (με τις εγγυήσεις των Συμβάσεων της Γενεύης), ούτε κοινός κατηγορούμενος (με τις εγγυήσεις της ποινικής δίκης). Είναι μια ενδιάμεση φιγούρα που επιτρέπει παρατεταμένη κράτηση χωρίς πλήρεις δικαστικές εγγυήσεις. Αυτή η εφευρετικότητα, που ενσαρκώνει την υβριδική κατάσταση πολέμου-αστυνόμευσης, προσφέρει πρότυπο και για την αντιμετώπιση πολιτικών ηγετών ως «αρχηγών εγκληματικών οργανώσεων», εκτός των παραδοσιακών πλαισίων ασυλίας και προστασίας.
Σε ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα, όλα αυτά συνιστούν νέο πρότυπο ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Δεν χρειάζεται αποικιακή κατοχή με διοικητές και προτεκτοράτα, αρκεί ο έλεγχος της ερμηνείας του διεθνούς δικαίου και της «παγκόσμιας νομιμότητας». Τυπικά, διατηρείται η μορφή της κυριαρχικής ισότητας, αλλά ουσιαστικά, εγκαθιδρύεται ιεραρχία: όσα κράτη συμμορφώνονται στις «αμερικανικές νόρμες» απολαμβάνουν πλήρη κυριαρχία, ενώ οι «αντιφρονούντες» υποβιβάζονται σε «αντάρτικα/αντιθετικά μορφώματα» των οποίων οι ηγέτες μπορούν να διώκονται διεθνώς σαν εγκληματίες.
Αυτή η ηγεμονία στηρίζεται σε ένα νομικό-ρητορικό τέχνασμα: η επίκληση μιας «διεθνούς κοινωνίας» της οποίας οι ΗΠΑ εμφανίζονται ως φωνή και εντολοδόχος. Έτσι, μια μονομερής ενέργεια βαφτίζεται «πολυμερής προσπάθεια κατά του διακρατικού εγκλήματος». Όμως η «διεθνής κοινωνία» δεν διαθέτει ενιαία βούληση και εξουσιοδότηση. Ο ρόλος των ΗΠΑ ως «εκπροσώπου» οφείλεται πρωτίστως στην υλική ισχύ τους, όχι σε θεσμική νομιμοποίηση—κάτι που συγκρούεται μετωπικά με την αρχή της ισότητας των κρατών.
Επιπλέον, αναδεικνύεται η διπλή αντιμετώπιση: οι ΗΠΑ αξιώνουν από άλλα κράτη σεβασμό της δικαστικής ανεξαρτησίας, των διαδικασιών απονομής δικαιοσύνης και του διεθνούς δικαίου, ενώ οι ίδιες επιφυλάσσουν εξαίρεση για τον εαυτό τους. Δεν προσχωρούν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και μάλιστα έχουν θεσπίσει νομοθεσίες (όπως ο αποκαλούμενος «Hague Invasion Act») που επιτρέπουν «όλα τα αναγκαία μέσα» για τη διάσωση Αμερικανών από διεθνή κράτηση. Στην υπόθεση Μαδούρο, απαιτείται ουσιαστικά η υπαγωγή της Βενεζουέλας σε αμερικανικά δικαστήρια, ενώ απορρίπτεται συμμετρικά οποιαδήποτε διεθνής δικαιοδοσία επί Αμερικανών αξιωματούχων.
Οι συνέπειες για τη διεθνή έννομη τάξη είναι διαβρωτικές. Εάν η ισχυρότερη δύναμη παραβιάζει κατ’ εξακολούθηση τους πυλώνες του διεθνούς δικαίου—κυριαρχική ισότητα, μη επέμβαση, απαγόρευση απειλής/χρήσης βίας—και το πράττει με νομικές τεχνικές που πλαστογραφούν την πραγματικότητα, γιατί να δεσμευτούν οι υπόλοιποι; Δημιουργείται ισχυρό κίνητρο μιμητισμού: η Κίνα θα μπορούσε να επικαλεστεί την «αντι-απόσχιση» για παγκόσμια εντάλματα κατά ηγετών της Ταϊβάν, η Ρωσία την «προστασία πολιτών» για διώξεις Ουκρανών αξιωματούχων. Αν κάθε μεγάλη δύναμη επεκτείνει μονομερώς την ποινική της δικαιοδοσία, οδηγούμαστε σε «παγκόσμιο νομικό πόλεμο» και, τελικά, σε νόμο της ζούγκλας.
Η υπόθεση Μαδούρο δεν είναι ένα μεμονωμένο νομικό συμβάν αλλά σημείο καμπής: σηματοδοτεί εγκατάλειψη της πολυμερούς νομιμοποίησης υπέρ μιας μονομερούς νομικής ηγεμονίας. Η βαθύτερη αιτία είναι η σχετική υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος και η ανάδυση της πολυπολικότητας. Καθώς δυσκολεύεται η εξασφάλιση εξουσιοδοτήσεων από το Συμβούλιο Ασφαλείας, οι ΗΠΑ παρακάμπτουν τα πολυμερή κανάλια και επιδιώκουν στρατηγικούς στόχους μέσω του δικού τους νομικού οπλοστασίου.
Βραχυπρόθεσμα, αυτή η στρατηγική μπορεί να αποφέρει αποτελέσματα: απονομιμοποιεί αντιπάλους, διευκολύνει κυρώσεις, νομιμοποιεί ενώπιον τμημάτων της διεθνούς κοινής γνώμης επιθετικές κινήσεις. Μακροπρόθεσμα, όμως, υπονομεύει τα θεμέλια της διεθνούς τάξης, επιταχύνει τη διάχυση «εξαιρέσεων» ως κανονικότητας και ωθεί κράτη σε στρατηγικές αυτοβοήθειας: ενίσχυση στρατιωτικής ισχύος, σχηματισμό κλειστών συμμαχιών, προληπτικές επιθέσεις. Αυτή είναι μια ολισθηρή κλίση που η ιστορία έχει ήδη δείξει πού μπορεί να καταλήξει—στην κλιμάκωση προς γενικευμένες συγκρούσεις.
Η πρακτική των ΗΠΑ έως σήμερα αφενός, ανατοποθετεί την αμερικανική «αντεξέγερση» ως νομικο-πολιτικό εργαλείο αναδιάρθρωσης της παγκόσμιας τάξης προς όφελος της αμερικανικής ηγεμονίας, αφετέρου κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι η μετατροπή πολιτικών αντιπαραθέσεων σε μονομερείς, εξωεδαφικές ποινικές υποθέσεις αλλοιώνει ριζικά την έννοια της κυριαρχίας και απειλεί την ίδια τη συνοχή του διεθνούς δικαίου. Η υπόθεση Μαδούρο λειτουργεί ως εμβληματική περίπτωση αυτής της μετατόπισης. Με μια σειρά από νομικές και ρητορικές τεχνικές—από την αποστέρηση τίτλων και την κατηγοριοποίηση ως «εγκληματία», μέχρι την επίκληση εύπλαστων αρχών εξωεδαφικής δικαιοδοσίας—ο ηγέτης ενός κράτους αντιμετωπίζεται ως διωκόμενος φυγάς. Η μεθοδολογία αυτή δεν περιορίζεται στη Βενεζουέλα. Είναι μια γενική συνταγή που, αν γενικευθεί, μπορεί να διαλύσει την ισορροπία ανάμεσα σε δίκαιο, πολιτική και ισχύ, οδηγώντας σε έναν κόσμο όπου η «επιβολή του νόμου» δεν είναι η έκφραση της δικαιοσύνης, αλλά το προσωπείο της ισχύος.







