Η επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ —η ακινητοποίηση και κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου «Marinera» σε διεθνή ύδατα νότια της Ισλανδίας και η κατάσχεση του παναμαϊκού υπερδεξαμενόπλοιου «Sophia» στην Καραϊβική, μαζί με τα πλοία Olina, Centuries και Skipper— εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας «νέας ναυτικής ψυχροπολεμικής» αντιπαράθεσης.
Στο πρώτο περιστατικό, η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ (USCG), βάσει ομοσπονδιακού εντάλματος και με επίκληση παραβίασης του εμπάργκο κατά της Βενεζουέλας, πραγματοποίησε νηοψία και κατάσχεση. Η προσπάθεια προστασίας του πλοίου μέσω εν πλω αλλαγής σημαίας (από Γουιάνα σε Ρωσία) δεν απέτρεψε την επιχείρηση, ενώ τα ρωσικά ναυτικά μέσα στην περιοχή, δεν παρενέβησαν. Παράλληλα, το «Sophia» συνδέθηκε με λαθρεμπόριο πετρελαίου προς όφελος της Κίνας.
Αυτά τα επεισόδια επιδέχονται δύο συμπληρωματικές ερμηνείες. Πρώτον, ως μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ που εφαρμόζουν την εσωτερική τους νομοθεσία κατά της Βενεζουέλας σε παγκόσμια κλίμακα, επηρεάζοντας εμμέσως συμμάχους του Καράκας όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Κούβα. Η δήλωση του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ότι «ο αποκλεισμός του βενεζουελάνικου πετρελαίου παραμένει πλήρως ενεργοποιημένος, παντού στον κόσμο» συνοψίζει αυτό το δόγμα καθολικής επιβολής. Δεύτερον, ως επεισόδια μιας ελεγχόμενης, χαμηλής έντασης ναυτικής ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης Δύσης–Ρωσίας, όπου η Μόσχα επιχειρεί να παρακάμπτει τις δυτικές κυρώσεις μέσω του λεγόμενου «σκιώδους στόλου»: στόλοι πλοίων υπό σημαίες ευκαιρίας, με αβέβαια πρότυπα ασφαλούς ναυσιπλοΐας και υπόνοιες για δολιοφθορές σε υποθαλάσσιες υποδομές, σύμφωνα με τη Δύση, ιδίως στη Βαλτική.
Τα μέτρα των ΗΠΑ στη θάλασσα είναι στοχευμένα και εδράζονται σε λογική εθνικής ασφάλειας και όχι πολέμου, γεγονός που εξηγεί γιατί εκτελέστηκαν συνδυασμένα από την Ακτοφυλακή και από το Ναυτικό. Έτσι διαφοροποιούνται από τις κλασικές επιχειρήσεις «ναυτικής επιβολής» βάσει του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Αντιθέτως, τα κράτη–μέλη της ΕΕ υιοθετούν μια «λογική των εν ισχύ κανόνων», με προσεκτικό σεβασμό της δικαιοδοσίας της σημαίας. Για τις ΗΠΑ υπάρχουν οι Στρατιωτικές Επιχειρήσεις Εκτός Πολέμου (MOOTW). Με βάση αυτές, η ερμηνεία του 2026 κατατάσσει ναυτικές δράσεις όπως η αποτροπή και η αντιμετώπιση κρίσεων, ως μη πολεμικές δραστηριότητες, επιτρέποντας στα στρατιωτικά μέσα να λειτουργούν σε ευρύτερα στρατηγικά πλαίσια σε καιρό ειρήνης.
Από αυτή τη σκοπιά, ο ισχυρισμός της Μόσχας ότι η κατάσχεση του «Marinera» παραβιάζει το ναυτικό δίκαιο αξιολογείται ως μη ρεαλιστική, σε ότι αφορά τις αντιλήψεις των ΗΠΑ. Ιδίως αφού ο ρωσικός στόλος, εάν το επιθυμούσε και διέθετε τις δυνατότητες, θα μπορούσε να επιχειρήσει προστασία του πλοίου και του ρωσικού πληρώματος. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ρωσία προτίθεται να προβεί σε αντίποινα εναντίον αμερικανικών πλοίων. Η Ρωσία στη συγκεκριμένη υπόθεση υπαινίχθηκε παρουσία: υποβρύχια, φρεγάτες, παρακολούθηση. Αλλά το καθοριστικό ερώτημα είναι ωμό: θα πυροβολούσες τους άντρες που επιβιβάστηκαν ήδη πάνω στο πλοίο; Αν όχι, τι σου απομένει μετά την επιβίβαση; Η ισχύς που δεν ενεργοποιείται στην κρίσιμη στιγμή είναι αφήγημα, όχι αποτροπή. Και ο αντίπαλος, βλέποντας ότι δεν υπήρχε ρίσκο άμεσης σύγκρουσης, έπραξε αυτό που είχε δηλώσει ότι θα πράξει.
Ο νέος ναυτικός Ψυχρός Πόλεμος, δεν αναμένεται να μεταφραστεί σε άμεση σύγκρουση στη θάλασσα μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Αμφότεροι εξαρτώνται από την ελευθερία ναυσιπλοΐας, κάτι που λειτουργεί ως θεσμικό και επιχειρησιακό φρένο, αλλά το ερώτημα είναι για πόσο καιρό. Αυτός ο αυτοπεριορισμός εξηγεί και την απροθυμία του ΝΑΤΟ και των βόρειων ευρωπαϊκών κρατών να «στρατιωτικοποιήσουν» τους θαλάσσιους εμπορικούς διαδρόμους εντός των ΑΟΖ τους. Άλλης τάξης ζήτημα θα ήταν, ενδεχόμενες πρωτοβουλίες παράκτιων κρατών να αποτρέψουν τη διέλευση πλοίων υπό κυρώσεις από τα χωρικά τους ύδατα —ένα σενάριο ακόμη ασαφές.
Ο απρόβλεπτος παράγοντας παραμένει η Κίνα, που προτιμάει να κινείται «κάτω από το ραντάρ», με ταχέως αυξανόμενη ναυτική ισχύ. Η πρόσφατη κατάσχεση από το αμερικανικό ναυτικό κινεζικού εμπορικού πλοίου στον Ινδικό Ωκεανό, που φερόταν να μεταφέρει όπλα προς το Ιράν, είναι πρωτοφανής και μπορεί να σηματοδοτεί στροφή της Ουάσιγκτον προς πιο επιθετικό περιορισμό των «γκρίζων» εμπορικών δραστηριοτήτων του Πεκίνου. Η Κίνα έχει ήδη πληγεί έμμεσα από το εμπάργκο στη Βενεζουέλα, όπως δείχνει η υπόθεση του «Sophia». Αν και ακόμη δεν διαφαίνεται συνεκτική κινεζική αντίδραση, το Πεκίνο θα χρειαστεί να υπολογίζει όχι μόνο τις ΗΠΑ, αλλά και την Ιαπωνία. Με την πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι, το Τόκιο επιδιώκει —κατά την ορολογία Τραμπ— έναν ρόλο στο Ανατολικό Ημισφαίριο αντίστοιχο του αμερικανικού, στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Από εδώ και πέρα, η κλιμάκωση είναι αναπόφευκτη. Όχι απαραίτητα προς γενικευμένο πόλεμο, αλλά προς μια σταθερά υψηλότερη ένταση: περισσότερες νηοψίες, περισσότερες συνοδείες, περισσότερα νεύρα στις οριακές ζώνες του διεθνούς δικαίου. Η εμπορική ναυτιλία θα ζει με την αβεβαιότητα ότι οι «κανόνες» ισχύουν μέχρι την επόμενη αναμέτρηση ισχύος. Οι ασφαλιστές θα κοστολογούν πολιτική βούληση. Οι κυβερνήσεις θα τεστάρουν η μία τα όρια της άλλης, πλοίο το πλοίο, νηοψία τη νηοψία.
Στον τελικό απολογισμό, θα κερδίσει ή θα χάσει η Αμερική; Ειλικρινώς, αυτό το ερώτημα δεν απασχολεί τον Ντόναλντ Τραμπ. Εκείνον τον νοιάζει το άμεσο αποτέλεσμα, η εικόνα ισχύος, η νίκη σήμερα. Αύριο θα είναι άλλη ιστορία, άλλος κύκλος. Για όλους τους υπόλοιπους, όμως, το διακύβευμα είναι να διαλέξουν: προσαρμογή στην επιβολή ή σφυρηλάτηση αποτροπής που γίνεται πιστευτή.
Εν κατακλείδι, διαγράφεται μια περίοδος ψυχρής αλλά έντονης ναυτικής αντιπαράθεσης, όπου στοχευμένες αμερικανικές επιχειρήσεις, ο ρωσικός «σκιώδης στόλος» και ο παράγοντας Κίνα συνθέτουν ένα τριγωνικό πεδίο πίεσης. Η ισορροπία μεταξύ επιβολής κυρώσεων, ελευθερίας ναυσιπλοΐας και αποφυγής κλιμάκωσης είναι το καθοριστικό όριο του νέου ναυτικού Ψυχρού Πολέμου.







