Ο Μάρτιος του 2026 αποδείχθηκε ένας μήνας ορόσημο για τη διατλαντική συμμαχία, καθώς ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν δεν προκάλεσε μόνο μια τεράστια ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, αλλά αποκάλυψε και ένα βαθύ, υπαρξιακό ρήγμα στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Η άρνηση πολλών ευρωπαϊκών κρατών να συνδράμουν την αμερικανική πολεμική προσπάθεια πυροδότησε μια κρίση εμπιστοσύνης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ενότητα και το ίδιο το μέλλον του Οργανισμού. Η στάση των συμμάχων, τα σενάρια που γεννήθηκαν από αυτήν και η ζοφερή προοπτική μιας ενδεχόμενης αποχώρησης των ΗΠΑ συνθέτουν την εικόνα της πιο σοβαρής δοκιμασίας που έχει αντιμετωπίσει το ΝΑΤΟ στη σύγχρονη ιστορία του.
ΜΕΡΟΣ 1ο. ΤΟ ΚΥΜΑ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ ΙΡΑΝ
Η αντίδραση της Ευρώπης στην αμερικανική επιχείρηση κατά του Ιράν ήταν ένα πρωτοφανές κύμα άρνησης και επιφυλακτικότητας.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις του Μαρτίου 2026, τρεις κύριες ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε σημαντικούς περιορισμούς ή πλήρη άρνηση χρήσης του εναέριου χώρου και των βάσεων τους στις ΗΠΑ για τις επιχειρήσεις στον πόλεμο κατά του Ιράν:
Η Ισπανία ανακοίνωσε στις 30 Μαρτίου 2026 ότι κλείνει πλήρως τον εναέριο χώρο της για αμερικανικά αεροσκάφη που εμπλέκονται σε επιθέσεις κατά του Ιράν. Η απόφαση περιλαμβάνει και την απαγόρευση χρήσης των από κοινού διαχειριζόμενων βάσεων Rota και Morón για τον σκοπό αυτό.
Η Ιταλία αρνήθηκε την άδεια προσγείωσης σε αμερικανικά βομβαρδιστικά στη βάση Sigonella της Σικελίας, τα οποία κατευθύνονταν προς τη Μέση Ανατολή. Η ιταλική κυβέρνηση επικαλέστηκε την έλλειψη προηγούμενης κοινοβουλευτικής έγκρισης και διεθνών συνθηκών που περιορίζουν τη χρήση της βάσης σε ειρηνικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Η Γαλλία περιόρισε τη χρήση του εναέριου χώρου της, αρνούμενη πτήσεις αεροσκαφών που μετέφεραν αμερικανικό οπλισμό προς το Ισραήλ και το Ιράν.
Αυτές οι κινήσεις έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, με τον πρόεδρο Τραμπ να επικρίνει δημόσια τους συμμάχους του ΝΑΤΟ για έλλειψη υποστήριξης.
Επίσης, σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν τον Μάρτιο του 2026, η Πολωνία έλαβε μια σειρά από αρνητικές αποφάσεις προς τις ΗΠΑ, εστιάζοντας στη διατήρηση της δικής της αμυντικής ικανότητας:
Η Πολωνία απέρριψε ανεπίσημο αίτημα της κυβέρνησης Τραμπ για τη μεταφορά ή αναδιάταξη των αντιαεροπορικών συστημάτων Patriot από το πολωνικό έδαφος προς τη Μέση Ανατολή. Ο Πολωνός υπουργός Άμυνας δήλωσε ότι τα συστήματα αυτά είναι απαραίτητα για την προστασία των πολωνικών ουρανών και της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ ξεκαθάρισε στις 17 Μαρτίου 2026 ότι η Πολωνία δεν θα στείλει χερσαίες, αεροπορικές ή ναυτικές δυνάμεις στο Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η σύγκρουση δεν επηρεάζει άμεσα την εθνική της ασφάλεια. Παρά το κάλεσμα του Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους για προστασία των εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, η Βαρσοβία αρνήθηκε να στείλει πλοία, δίνοντας προτεραιότητα στη διασφάλιση της Βαλτικής Θάλασσας. Παράλληλα, ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών, Ράντοσλαβ Σικόρσκι, απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης πολωνικών βάσεων για επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης και διευκρίνισε ότι η αντιπυραυλική βάση στο Redzikowo δεν πρόκειται να εμπλακεί στη συγκεκριμένη σύγκρουση.
Οι αποφάσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κύμα άρνησης από ευρωπαίους συμμάχους, το οποίο έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη διπλωματική ένταση εντός του ΝΑΤΟ.
Πέρα από την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Πολωνία, αρκετές άλλες χώρες του ΝΑΤΟ έχουν εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις ή έχουν αρνηθεί τη συμμετοχή τους στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν (Μάρτιος 2026).
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο υπουργός Άμυνας Μπορίς Πιστόριους δήλωσαν κατηγορηματικά ότι η Γερμανία δεν θα συμμετάσχει στρατιωτικά, τονίζοντας ότι «αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος». Η γερμανική κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα των ΗΠΑ για αποστολή πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει εντολή από το ΝΑΤΟ ή τον ΟΗΕ.
Αν και παραδοσιακός σύμμαχος, ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ ξεκαθάρισε ότι η Βρετανία δεν θα εμπλακεί σε έναν ευρύτερο πόλεμο για την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Παρόλο που αρχικά υπήρξαν περιορισμοί, το Λονδίνο επέτρεψε τη χρήση βάσεων μόνο για «περιορισμένες αμυντικές ενέργειες» και αρνήθηκε τη συμμετοχή σε μια αποστολή του ΝΑΤΟ στα Στενά του Ορμούζ.
Το Βέλγιο απέκλεισε κάθε στρατιωτική συμμετοχή, ενώ ο Καγκελάριος της Αυστρίας Κρίστιαν Στόκερ δήλωσε ότι η Ευρώπη «δεν θα αφήσει τον εαυτό της να εκβιαστεί» για να συμμετάσχει στην εκστρατεία στη Μέση Ανατολή.
Σε κεντρικό επίπεδο, ο Γενικός Γραμματέας Μαρκ Ρούτε τόνισε ότι το ΝΑΤΟ ως οργανισμός δεν θα παρασυρθεί στη σύγκρουση, καθώς δεν υπάρχει υποχρέωση συλλογικής άμυνας (Άρθρο 5) για τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.
Παράλληλα, η στάση της Τουρκίας τον Μάρτιο του 2026 χαρακτηρίζεται από μια δυαδικότητα: άρνηση συμμετοχής στις επιθετικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ/Ισραήλ, αλλά ενίσχυση της αμυντικής της προστασίας μέσω του ΝΑΤΟ λόγω των ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων.
Η Άγκυρα διατήρησε μια αυστηρή πολιτική ουδετερότητας όσον αφορά τη χρήση του εδάφους της για επιθέσεις. Απέρριψε αιτήματα (ή φήμες για αιτήματα) των ΗΠΑ για τη χρήση της βάσης Incirlik ως ορμητήριο για αεροσκάφη ανεφοδιασμού ή βομβαρδιστικά κατά του Ιράν. Δήλωσε ότι δεν επιτρέπει τη χρήση του εναέριου χώρου της για επιχειρησιακούς σκοπούς σε οποιαδήποτε σύγκρουση στην οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Η Διεύθυνση Επικοινωνίας της Τουρκίας χαρακτήρισε ως «παραπληροφόρηση» τους ισχυρισμούς ότι η χώρα υποστηρίζει τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Παρά την άρνηση βοήθειας στις ΗΠΑ, η Τουρκία βασίστηκε πλήρως στις υποδομές του ΝΑΤΟ για την προστασία της, καθώς ιρανικοί πύραυλοι έχουν παραβιάσει τον εναέριο χώρο της τέσσερις φορές μέσα στον Μάρτιο. Μετά τις επανειλημμένες αναχαιτίσεις ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, η Συμμαχία ανακοίνωσε την ανάπτυξη επιπλέον συστημάτων Patriot στις βάσεις Incirlik (στα νότια) και Malatya (στα νοτιοανατολικά, κοντά στο ραντάρ του Kurecik). Το ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης του ΝΑΤΟ στο Kurecik παραμένει κρίσιμο στοιχείο για τον εντοπισμό των εκτοξεύσεων από το Ιράν, παρέχοντας τα απαραίτητα δεδομένα για τις αναχαιτίσεις. Η Τουρκία τόνισε ότι, ενώ δεν χρησιμοποιεί τα δικά της συστήματα S-400, οι ενσωματωμένες άμυνες του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο είναι αυτές που εξουδετερώνουν τις απειλές προς το έδαφός της.
Η Τουρκία προσπάθησε να ισορροπήσει, λειτουργώντας ως διαμεσολαβητής για τον τερματισμό του πολέμου, μαζί με το Πακιστάν και την Αίγυπτο, χωρίς να το επιτύχει, ενώ ταυτόχρονα απαιτεί από το ΝΑΤΟ να εγγυηθεί την ασφάλεια των συνόρων της από τα «ακούσια» ή σκόπιμα πλήγματα της Τεχεράνης.
Στον πόλεμο κατά του Ιράν (Μάρτιος 2026), η υποστήριξη από τις χώρες του ΝΑΤΟ προς τις ΗΠΑ είναι περιορισμένη και χωρίζεται σε δύο επίπεδα: την άμεση στρατιωτική εμπλοκή και την έμμεση υποστήριξη μέσω υποδομών.
Ελάχιστες χώρες παρέχουν άμεση ή έμμεση στρατιωτική βοήθεια.
Η Ολλανδία είναι η μόνη χώρα του ΝΑΤΟ που έστειλε φρεγάτα στην περιοχή για να συμμετάσχει ενεργά στην προστασία των αμερικανικών αεροπλανοφόρων και στην αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρότι αρνήθηκε συμμετοχή σε χερσαία εισβολή, οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο (Ακρωτήρι) χρησιμοποιούνται για πτήσεις αναγνώρισης και υποστήριξης των αμερικανικών επιχειρήσεων.
Σε ότι αφορά την Ελλάδα, η βάση της Σούδας στην Κρήτη παραμένει κεντρικός κόμβος για τον ανεφοδιασμό και τη συντήρηση του αμερικανικού 6ου Στόλου που επιχειρεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, η ελληνική συστοιχία Patriot που εδρεύει στη Σαουδική Αραβία, είχε εμπλοκή στην κατάρριψη ιρανικών πυραύλων και drones που απείλησαν σαουδαραβικές υποδομές.
Αλλά και η Γερμανία και η Ιταλία, προσπάθησαν να μετριάσουν την άρνηση τους για εμπλοκή στον πόλεμο. Παρά τις πολιτικές αρνήσεις για συμμετοχή στις επιχειρήσεις, επιτρέπουν τη λειτουργία των υπαρχουσών αμερικανικών βάσεων (Ramstein, Aviano) για διοικητική μέριμνα, μεταφορές τραυματιών και επικοινωνίες, εφόσον δεν αποτελούν ορμητήριο άμεσων επιθέσεων.
Οι χώρες της Βαλτικής (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία) παρέχουν πλήρη διπλωματική κάλυψη στις ΗΠΑ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, φοβούμενες ότι μια αποδυνάμωση της αμερικανικής ισχύος θα αποθρασύνει τη Ρωσία στα δικά τους σύνορα.
ΜΕΡΟΣ 2ο: ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΝΑΤΟ
Το πολιτικό χάσμα που αποκάλυψε η κρίση στο Ιράν γέννησε έντονο προβληματισμό στους διπλωματικούς και στρατιωτικούς κύκλους, με τρία κυρίαρχα σενάρια να διαμορφώνονται για το μέλλον της Συμμαχίας. Κάθε σενάριο αντανακλά μια διαφορετική φιλοσοφία για τον ρόλο του ΝΑΤΟ στον 21ο αιώνα και υποστηρίζεται από διαφορετικά στρατόπεδα εντός του διατλαντικού άξονα.
- Το Σενάριο της «Ευρωπαϊκής Χειραφέτησης» (Strategic Autonomy)
Το πρώτο σενάριο, που υποστηρίζεται ένθερμα από τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τη γερμανική κυβέρνηση, βλέπει την κρίση ως την οριστική απόδειξη ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει τη δική της στρατηγική αυτονομία. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η άρνηση της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας να διευκολύνουν τις ΗΠΑ δεν ήταν μια απλή διαφωνία, αλλά μια θεμελιώδης πράξη διεκδίκησης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Οι υποστηρικτές του, όπως το γαλλικό Institut Montaigne και το γερμανικό Friedrich-Ebert-Stiftung, προβλέπουν τη δημιουργία ενός «σκληρού πυρήνα» εντός του ΝΑΤΟ (με άξονα Γαλλία-Γερμανία-Ισπανία), ο οποίος θα επικεντρώνεται αποκλειστικά στην άμυνα της ευρωπαϊκής ηπείρου και θα αρνείται να ακολουθεί τις ΗΠΑ σε επεμβάσεις εκτός της γεωγραφικής περιοχής της Συμμαχίας, ειδικά όταν αυτές δεν έχουν τη σφραγίδα του Διεθνούς Δικαίου. Η συνέπεια θα ήταν ένας μετασχηματισμός του ΝΑΤΟ σε έναν οργανισμό με κύριο και σχεδόν αποκλειστικό σκοπό την αποτροπή έναντι της Ρωσίας, ενώ η Ευρώπη θα αναλάμβανε αυτόνομα τη διαχείριση κρίσεων στην περιφέρειά της.
- Το Σενάριο του «Διμερούς/Συναλλακτικού ΝΑΤΟ» (Transactional NATO)
Στην αντίπερα όχθη, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, εξοργισμένη από τη στάση των Ευρωπαίων, προωθεί ένα ριζικά διαφορετικό μοντέλο. Εκφραστές αυτής της γραμμής, όπως ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, έχουν δηλώσει ότι η αμερικανική προστασία «δεν είναι λευκή επιταγή». Το σενάριο αυτό προβλέπει τη μετατροπή της Συμμαχίας σε μια συναλλακτική σχέση. Οι ΗΠΑ θα προσφέρουν πλήρη αμυντική κάλυψη, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής ομπρέλας και της εφαρμογής του Άρθρου 5, μόνο σε «πιστούς» συμμάχους που ευθυγραμμίζονται με τις αμερικανικές προτεραιότητες, όπως οι χώρες της Βαλτικής και η Ολλανδία, που στήριξαν, άμεσα ή έμμεσα, την επιχείρηση στο Ιράν. Αυτό θα οδηγούσε de facto σε μια διάσπαση της Συμμαχίας σε χώρες «πρώτης ταχύτητας» και «δεύτερης ταχύτητας», με τις τελευταίες να αντιμετωπίζουν μια αβέβαιη κατάσταση ασφαλείας. Μια τέτοια εξέλιξη θα ακύρωνε την έννοια της συλλογικής άμυνας και θα μετέτρεπε το ΝΑΤΟ σε ένα δίκτυο διμερών συμφωνιών υπό την αμερικανική ηγεμονία.
- Το Σενάριο της «Τεχνολογικής Συγχώνευσης» (Functional NATO)
Ένα τρίτο, πιο πραγματιστικό σενάριο, υποστηρίζεται από πρόσωπα όπως ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, και χώρες με πιο σύνθετη θέση, όπως η Τουρκία. Αυτή η προσέγγιση αναγνωρίζει το πολιτικό χάσμα ως αγεφύρωτο, αλλά εστιάζει στο γεγονός ότι η τεχνολογική και επιχειρησιακή συνεργασία παραμένει αναντικατάστατη. Η επιτυχής αναχαίτιση των ιρανικών πυραύλων πάνω από την Τουρκία, χάρη στο ραντάρ του ΝΑΤΟ στο Kurecik και τις συστοιχίες Patriot, απέδειξε ότι η στρατιωτική υποδομή της Συμμαχίας λειτουργεί κανονικά. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, το ΝΑΤΟ θα επιβιώσει ως ένας καθαρά τεχνολογικός και λειτουργικός οργανισμός-μια «εργαλειοθήκη»- που θα εστιάζει στην ανταλλαγή πληροφοριών, στα κοινά συστήματα αεράμυνας και στη διαλειτουργικότητα. Θα έπαυε όμως να λειτουργεί ως ένα ομοιογενές πολιτικό σώμα που λαμβάνει ομόφωνες αποφάσεις για πολέμους. Αυτό θα διατηρούσε την αποτρεπτική ισχύ της Συμμαχίας έναντι εξωτερικών απειλών, αλλά θα την αποστερούσε από μια κοινή εξωτερική πολιτική, αφήνοντας τα κράτη-μέλη ελεύθερα να ακολουθούν διαφορετικές πορείες σε διεθνείς κρίσεις. Το μεγαλύτερο ερώτημα που πλανάται πάνω από όλα τα σενάρια παραμένει η «Ρωσική Παράμετρος»: η εκμετάλλευση του ρήγματος από τη Μόσχα, η οποία θα μπορούσε να δοκιμάσει την αξιοπιστία της αποδυναμωμένης αμερικανικής εγγύησης προς τους «άπιστους» συμμάχους.
Εκτός από τα τρία βασικά, υπάρχουν και οι εξής εκδοχές:
Το Σενάριο της «Σταδιακής Αποχώρησης» (Slow Retrenchment): Οι ΗΠΑ δεν διαλύουν το ΝΑΤΟ, αλλά αποσύρουν σταδιακά πόρους από την Ευρώπη για να εστιάσουν στην Ασία και τη Μέση Ανατολή, αφήνοντας την Ευρώπη να διαχειριστεί μόνη της τη Ρωσία.
Το Σενάριο της «Περιφερειοποίησης» (Clustered Defence): Το ΝΑΤΟ διασπάται σε μικρότερες περιφερειακές συμμαχίες. Για παράδειγμα, μια «Βόρεια-Ανατολική Συμμαχία» (Πολωνία, Βαλτικές, Σκανδιναβία) που παραμένει στενά συνδεδεμένη με τις ΗΠΑ, και μια «Μεσογειακή-Δυτική ομάδα» που κρατά αποστάσεις.
Το Σενάριο της «Κατάρρευσης της Συνοχής» (Total Fragmentation): Αναλυτές προειδοποιούν ότι η αποτυχία του ΝΑΤΟ να δράσει ενιαία στο Ιράν μπορεί να οδηγήσει σε μια επιστροφή της Ευρώπης σε καταστάσεις στρατηγικής ασυμβατότητας και εθνικών ανταγωνισμών, καταργώντας de facto τη Συμμαχία.
Η τρέχουσα κρίση θεωρείται από πολλούς ως το «τεστ κοπώσεως» που θα καθορίσει αν το ΝΑΤΟ θα επιβιώσει μετά το 2026 ή αν θα αντικατασταθεί από ένα νέο δίκτυο διμερών αμυντικών συμφωνιών.
ΜΕΡΟΣ 3ο: ΣΕΝΑΡΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΗΠΑ
Η πλέον ακραία, αλλά όλο και πιο συζητήσιμη, εξέλιξη μετά την κρίση του Μαρτίου 2026 είναι η πλήρης αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Μια τέτοια κίνηση, που αποτελεί ανοιχτή απειλή της κυβέρνησης Τραμπ προς τους Ευρωπαίους «αχάριστους» συμμάχους, θα σηματοδοτούσε το τέλος της αρχιτεκτονικής ασφαλείας που θεμελιώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θα ανάγκαζε την Ευρώπη να αντιμετωπίσει μόνη της ένα εφιαλτικό μέλλον. Διεθνή ινστιτούτα, όπως το IISS, εξετάζουν ήδη τα πιθανά σενάρια αυτής της «επόμενης ημέρας».
Το πρώτο και πιο άμεσο σενάριο είναι η βίαιη γέννηση μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης. Χωρίς την αμερικανική ομπρέλα, η Ευρώπη θα αναγκαζόταν να καλύψει μόνη της ένα τεράστιο κενό ασφαλείας. Το πιο κρίσιμο θα ήταν το πυρηνικό κενό. Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να αποφασίσουν αν θα μπορούσαν και θα ήθελαν να επεκτείνουν τη δική τους πυρηνική αποτροπή για να καλύψουν ολόκληρη την ήπειρο, από την Πορτογαλία μέχρι την Πολωνία, κάτι το οποίο δεν γίνεται με τα σημερινά μέσα που διαθέτουν. Το οικονομικό κόστος θα ήταν αστρονομικό. Μελέτες εκτιμούν ότι η Ευρώπη θα χρειαζόταν άμεσες επενδύσεις άνω του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων για να αντικαταστήσει τις αμερικανικές δυνατότητες σε στρατηγικές μεταφορές, δορυφορικές επικοινωνίες, πληροφορίες (intelligence) και δομές διοίκησης. Οι αμυντικές δαπάνες κάθε χώρας θα έπρεπε να εκτοξευθούν πολύ πάνω από το 3% του ΑΕΠ, ένα πολιτικά επώδυνο μέτρο.
Μια εναλλακτική, που προτείνεται από κύκλους της κυβέρνησης Τραμπ, είναι το σενάριο του «Αδρανούς ΝΑΤΟ» (Dormant NATO). Σε αυτή την περίπτωση, το ΝΑΤΟ δεν διαλύεται επίσημα, αλλά οι ΗΠΑ αποσύρουν το σύνολο των δυνάμεων τους και παύουν τη συμμετοχή τους στις δομές του. Η Συμμαχία θα έμπαινε «στον πάγο», με την καθημερινή ευθύνη της άμυνας να πέφτει αποκλειστικά στους Ευρωπαίους. Θεωρητικά, θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί ξανά σε περίπτωση μιας υπαρξιακής κρίσης, αλλά στην πράξη, η αξιοπιστία της θα ήταν μηδενική.
Το πιο απαισιόδοξο σενάριο είναι η πλήρης διάλυση και η επιστροφή στις περιφερειακές συμμαχίες. Με την αποχώρηση των ΗΠΑ, ο πανικός θα οδηγούσε στην κατάρρευση της συλλογικής δομής. Χώρες της ανατολικής πτέρυγας, όπως η Πολωνία και οι Βαλτικές, θα επιδίωκαν πάση θυσία απευθείας διμερείς αμυντικές συμφωνίες με την Ουάσιγκτον, προσφέροντας γη και ύδωρ για να διατηρήσουν την αμερικανική παρουσία στο έδαφός τους. Δυτικά κράτη, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, θα προσπαθούσαν να χτίσουν τον δικό τους πόλο. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια κατακερματισμένη Ευρώπη, γεμάτη ανταγωνισμούς, ένα γεωπολιτικό κενό στο οποίο η Ρωσία θα αναδεικνυόταν σε κυρίαρχο ρυθμιστή.
Λόγω της απόσυρσης των αμερικανικών πυρηνικών κεφαλών από χώρες όπως η Γερμανία και η Τουρκία, συζητείται η δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού πυρηνικού προγράμματος (Euro-deterrent) υπό γαλλική ηγεμονία, κάτι που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο. Πρόκειται για μια «Ευρωπαϊκή Πυρηνική Αποτροπή», η οποία δεν είναι πειστική ως βιώσιμη προοπτική. Ο πυρήνας της στρατηγικής Μακρόν βασίζεται στη συνεργασία με οκτώ ευρωπαϊκές χώρες: τη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Πολωνία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Σουηδία, τη Δανία και την Ελλάδα. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι χώρες αυτές θα μπορούν να φιλοξενούν στο έδαφός τους γαλλικές «στρατηγικές αεροπορικές δυνάμεις», δηλαδή μαχητικά αεροσκάφη με πυρηνικές ικανότητες, όπως τα Rafale. Στόχος είναι η διασπορά των γαλλικών πυρηνικών δυνατοτήτων σε όλη την Ευρώπη, ώστε να περιπλέκονται οι υπολογισμοί οποιουδήποτε αντιπάλου. Παρόλο που η Γαλλία διατηρεί την αποκλειστική κυριαρχία στην απόφαση χρήσης αυτών των όπλων, δηλαδή δεν θα υπάρχει ο «πυρηνικός διαμοιρασμός» που επιθυμούν οι Γερμανοί, όμως η συμμετοχή των συμμάχων σε ασκήσεις και η παροχή βάσεων, τους καθιστά αναπόσπαστο μέρος του νέου αυτού αποτρεπτικού μηχανισμού.
Σε κάθε περίπτωση, όπως συνοψίζουν οι αναλυτές, χωρίς τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ «όπως το γνωρίζουμε σήμερα» θα πέθαινε. Η Ευρώπη θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια αδυσώπητη επιλογή: είτε να επωμιστεί ένα δυσθεώρητο οικονομικό και πολιτικό κόστος για να χτίσει από το μηδέν τη δική της αυτόνομη άμυνα, είτε να αποδεχτεί μια νέα, διαιρεμένη πραγματικότητα, με μια μόνιμη ρωσική σφαίρα επιρροής στα ανατολικά της σύνορα.







