Η γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής διέρχεται μια από τις πιο ριζικές και απρόβλεπτες μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών. Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να εγκρίνει την ιστορική 30ετή διμερή συμφωνία μη στρατιωτικής πυρηνικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, σε συνδυασμό με τις εντατικές διπλωματικές διεργασίες για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, συνθέτουν ένα νέο σκηνικό. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια ρεαλιστική και άκρως συναλλακτική στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής με βάση το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» (America First). Ταυτόχρονα, εγκλωβίζει το Ισραήλ σε μια πρωτοφανή «διπλή μέγγενη», η οποία απειλεί ευθέως τη διαχρονική στρατηγική και στρατιωτική του υπεροχή στην περιοχή, προκαλώντας τριγμούς στις σχέσεις του με την Ουάσινγκτον.
Η πρώτη πλευρά της πίεσης που δέχεται το Τελ Αβίβ αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα της Σαουδικής Αραβίας. Η λεγόμενη «Συμφωνία 123», η οποία έλαβε το πράσινο φως από τον Λευκό Οίκο, επιτρέπει στο Ριάντ να αναπτύξει πολιτικές πυρηνικές υποδομές με τη συνδρομή αμερικανικών εταιρειών. Το πλέον ακανθώδες σημείο της συμφωνίας είναι η παράκαμψη του «χρυσού προτύπου», καθώς αναγνωρίζεται στη Σαουδική Αραβία το δικαίωμα για μελλοντικό εγχώριο εμπλουτισμό ουρανίου υπό αμερικανική επίβλεψη, χωρίς παράλληλα να επιβάλλεται το αυστηρό Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA).
Αυτή η αμερικανική παραχώρηση αφαιρεί από την Ουάσινγκτον το βασικό διπλωματικό και ηθικό επιχείρημα που χρησιμοποιούσε επί χρόνια κατά του Ιράν, δημιουργώντας μια εμφανή αντίφαση «δύο μέτρων και δύο σταθμών». Όταν η αμερικανική διπλωματία υποστήριζε ότι καμία χώρα της περιοχής δεν πρέπει να κατέχει τεχνολογία εμπλουτισμού, η νομιμοποίηση του σαουδαραβικού προγράμματος αποδυναμώνει τη διεθνή πίεση προς την Τεχεράνη και προσφέρει στο Ιράν ένα ισχυρό νομικό πάτημα. Για το Ισραήλ, η εξέλιξη αυτή συνιστά μια υπαρξιακή απειλή. Το πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο της χώρας προειδοποιεί ότι κάθε πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα στην περιοχή κινδυνεύει να μετατραπεί σε στρατιωτικό, πυροδοτώντας μια ανεξέλεγκτη κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή, όπου και άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Αίγυπτος ή η Τουρκία, θα απαιτήσουν ανάλογα προνόμια.
Η δεύτερη πλευρά της πίεσης εκδηλώνεται στο συμβατικό στρατιωτικό πεδίο, μέσω της αμερικανικής προσέγγισης με την Άγκυρα. Η πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να επιστρέψει η Τουρκία στο πρόγραμμα των F-35, εξετάζοντας λύσεις για τη μεταφορά των ρωσικών πυραύλων S-400 σε τρίτες χώρες, πλήττει καίρια το δόγμα της «Ποιοτικής Στρατιωτικής Υπεροχής» (Qualitative Military Edge – QME) του Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ βασιζόταν διαχρονικά στο γεγονός ότι καμία άλλη αεροπορία στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο δεν θα διέθετε stealth μαχητικά πέμπτης γενιάς. Αν η Τουρκία αποκτήσει ξανά πρόσβαση στα F-35, και αν η Σαουδική Αραβία υλοποιήσει το αίτημά της για την αγορά αντίστοιχων αεροσκαφών, η ισραηλινή αεροπορική κυριαρχία θα αμφισβητηθεί για πρώτη φορά με τόσο έντονο τρόπο. Το αν τελικά και οι δύο αυτές χώρες αποκτήσουν F-35 χαμηλότερης ποιότητας, είναι κάτι που δεν πρέπει να αποκλειστεί, αλλά δεν είναι βέβαιο.
Η στάση των κορυφαίων Αμερικανών αξιωματούχων επιβεβαιώνει ότι η Ουάσινγκτον κινείται πλέον με όρους σκληρής realpolitik. Ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, υπεραμύνθηκε της συμφωνίας με το Ριάντ, επιχειρώντας να καθησυχάσει τις ανησυχίες περί πυρηνικής διάδοσης, ενώ ο αντιπρόεδρος, Τζέι Ντι Βανς, επιβεβαίωσε δημόσια τις διαδικασίες για τα τουρκικά F-35, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση εκτελεί τις εντολές του προέδρου. Ακόμα και ο υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, ακύρωσε προγραμματισμένο ταξίδι του στο Ισραήλ, αποφεύγοντας να δώσει βήμα στις ισραηλινές διαμαρτυρίες. Οι αξιωματούχοι αυτοί ευθυγραμμίζονται πλήρως με την πεποίθηση ότι τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα, που μεταφράζονται σε «mega-deals» εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις εγχώριες αμυντικές και ενεργειακές βιομηχανίες, προηγούνται των επιφυλάξεων οποιουδήποτε συμμάχου.
Βέβαια, το πρόγραμμα εμπλουτισμού της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι εγγυημένο. Αναφέρεται ότι τα μέρη θα «διεξάγουν μια διετή μελέτη για να εξετάσουν την αξία του εμπλουτισμού για τη Σαουδική Αραβία, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον θα ήταν εμπορικά βιώσιμος ο εμπλουτισμός ουρανίου σε σαουδαραβικό έδαφος, αντί να βασίζεται σε εισαγόμενα καύσιμα».
Αυτή η μελέτη μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Σαουδική Αραβία θα πρέπει να βασιστεί σε εισαγόμενες υπηρεσίες κύκλου καυσίμου, όπως πολλές άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο με πραγματικά ειρηνικά πυρηνικά προγράμματα. Αυτό θα ήταν ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα, από την εξαγωγή μιας ικανότητας κατασκευής βομβών σε μια επιπλέον χώρα σε μια ήδη ασταθή περιοχή.
Παράλληλα, η αμερικανική ηγεσία καθοδηγείται από την ανάγκη ανάσχεσης της επιρροής της Ρωσίας και της Κίνας. Η Ουάσινγκτον εκτιμά ότι αν αρνιόταν την πυρηνική τεχνολογία στη Σαουδική Αραβία, το Ριάντ θα στρεφόταν στο Πεκίνο ή τη Μόσχα, αποκόπτοντας οριστικά τις ΗΠΑ από τον έλεγχο των ενεργειακών εξελίξεων. Αντίστοιχα, το άνοιγμα προς την Άγκυρα αποτελεί μια στρατηγική προσπάθεια να απομακρυνθεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τη ρωσική σφαίρα επιρροής.
Αυτή η νέα προσέγγιση έχει οδηγήσει τον Μπένγιαμιν Νετανιάχου σε μια πρωτοφανή στρατηγική απομόνωση. Η αποσύνδεση της πυρηνικής συμφωνίας από την υποχρέωση της Σαουδικής Αραβίας να προχωρήσει σε ομαλοποίηση των σχέσεων της με το Ισραήλ, στέρησε από το Τελ Αβίβ ένα ισχυρό διπλωματικό χαρτί. Αυτό κράτησε μόνο μια ημέρα. Την επόμενη, ο Ντόναλντ Τραμπ διασύνδεσε την υπογραφή τησ συμφωνίας, με την υπογραφή από τη πλευρά τησ Σαουδικής Αραβίας, των Συμφωνιών του Αβραάμ. Η δημόσια κριτική του Ισραηλινού πρωθυπουργού μέσω αμερικανικών δικτύων προκάλεσε την έντονη οργή του Λευκού Οίκου, με τον Τραμπ να εμφανίζεται εξοργισμένος από την προσπάθεια του Ισραήλ να παρέμβει στην αμυντική πολιτική των ΗΠΑ. Η ακύρωση της συνάντησης τους στην Ουάσινγκτον έστειλε ένα σαφές μήνυμα: η περίοδος της «λευκής επιταγής» προς το Ισραήλ έχει τελειώσει, όταν διακυβεύονται τα ευρύτερα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Συμπερασματικά, η υιοθέτηση μιας καθαρά συναλλακτικής εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Τραμπ αναδιατάσσει τις ισορροπίες ισχύος. Το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ο μοναδικός και αδιαμφισβήτητος άξονας της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή, αλλά ως ένας εταίρος μεταξύ άλλων. Η διπλή πίεση των σαουδαραβικών πυρηνικών και των τουρκικών F-35 αναγκάζει το Τελ Αβίβ να επαναξιολογήσει τα όρια της επιρροής του στην Ουάσινγκτον και να προσαρμοστεί σε μια νέα εποχή, όπου οι συμμαχίες βασίζονται στο σκληρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέρδος.







