Η αλλαγή της σύγχρονης ινδικής κοινωνίας είναι αδύνατη χωρίς τη βαθιά και ριζοσπαστική αποδόμηση του συστήματος των καστών. Για δεκαετίες, η κυρίαρχη φιλελεύθερη προσέγγιση και οι μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν την κάστα ως ένα αναχρονιστικό κατάλοιπο του παρελθόντος, μια περιφερειακή δυσλειτουργία ή μια ακραία μορφή κοινωνικής διαστρωμάτωσης που θα μπορούσε σταδιακά να εξαλειφθεί μέσω της οικονομικής ανάπτυξης, της εκπαίδευσης και των θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Αυτή η οπτική γωνία αποδείχθηκε όχι μόνο ελλιπής αλλά και επικίνδυνα παραπλανητική. Η πραγματικότητα, είναι πολύ πιο σκοτεινή: η κάστα δεν είναι ένα παράσιτο που ζει εις βάρος της ινδικής κοινωνίας, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική, το θεμελιώδες λειτουργικό σύστημα και ο υποδόριος ιστός πάνω στον οποίο είναι δομημένος ολόκληρος ο ινδικός πολιτισμός.
Αυτή η διαπίστωση μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα κοινωνιολογικό και πολιτικό αδιέξοδο, έναν φαύλο κύκλο που καθορίζει τη μοίρα εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Το παράδοξο αυτό διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια: χωρίς μια ριζική, ολοκληρωτική κοινωνική επανάσταση είναι αδύνατο να εξαλειφθεί το σύστημα των καστών και ταυτόχρονα, χωρίς την προηγούμενη εξάλειψη του συστήματος των καστών είναι αδύνατο να υπάρξει μια κοινωνική επανάσταση στην Ινδία. Δεν πρόκειται για ένα ευφυές λογοπαίγνιο ή για μια άσκηση θεωρητικής διαλεκτικής. Πρόκειται για μια ιστορική παθογένεια που εξηγεί γιατί κάθε κίνημα κοινωνικής δικαιοσύνης, κάθε απόπειρα ταξικής χειραφέτησης και κάθε εξέγερση στην ινδική χερσόνησο, είτε βαλτώνει, είτε ενσωματώνεται από το σύστημα, είτε καταστέλλεται βίαια πριν προλάβει να διαμορφώσει μια συμπαγή επαναστατική δυναμική.
Για να σπάσει αυτός ο κύκλος, είναι απαραίτητο να ξεπεραστούν οι ψευδαισθήσεις των σταδιακών διορθώσεων, των συνταγματικών τροποποιήσεων και των πολιτικών των ποσοστώσεων. Η κάστα δεν επιδέχεται εξωραϊσμό, διαχείριση ή ανοχή. Η μόνη πραγματική λύση είναι η ολοκληρωτική εκρίζωση της. Αυτό απαιτεί μια διπλή προσπάθεια: από τη μία πλευρά, τη ριζική ανατροπή των υλικών και θεσμικών δομών που αναπαράγουν την ανισότητα και, από την άλλη, μια βαθιά, ψυχολογική και ιδεολογική ρήξη με τις αξίες του Βραχμανισμού, που έχουν εσωτερικευθεί ακόμη και από τα ίδια τα θύματα της καταπίεσης.
Η ΟΜΟΜΟΡΦΗ ΔΟΜΗ
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος, πρέπει να εισαχθεί η έννοια της «ομόμορφης δομής». Στην κοινωνική θεωρία, όταν λέμε ότι η κάστα είναι ομόμορφη με την ινδική κοινωνία, εννοούμε ότι οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται δομικά. Η κάστα δεν αποτελεί έναν αυτόνομο θεσμό μέσα στην κοινωνία, όπως είναι για παράδειγμα το εκπαιδευτικό σύστημα, ή η γραφειοκρατία σε ένα δυτικό κράτος. Αντίθετα, είναι η ίδια η κοινωνική δομή. Αν αφαιρέσει κανείς την κάστα από την Ινδία, δεν θα προκύψει μια «ινδική κοινωνία χωρίς κάστες», αλλά μια εντελώς νέα, πρωτόγνωρη κοινωνική μορφή, η οποία δεν έχει υπάρξει ποτέ ξανά στο παρελθόν.
Αυτή η ομομορφία εκτείνεται σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, δημιουργώντας ένα πλέγμα από το οποίο είναι αδύνατο να δραπετεύσει κανείς.
Το παραδοσιακό κοινωνικό σύστημα της Ινδίας χωρίζεται σε τέσσερις κύριες κάστες, τις οποίες ακολουθούν οι ομάδες που βρίσκονται εντελώς εκτός της επίσημης ιεραρχίας. Στην κορυφή βρίσκονται οι Βραχμάνοι, οι οποίοι είναι οι ιερείς και οι πνευματικοί δάσκαλοι, και ακολουθούν οι Ξατρίγιας, η τάξη των πολεμιστών και των αρχόντων. Πιο κάτω συναντάμε τους Βαϊσίγιας, που αποτελούν την οικονομική βάση ως έμποροι και γαιοκτήμονες, ενώ η χαμηλότερη από τις τέσσερις επίσημες βαθμίδες είναι οι Σούντρας, οι οποίοι εργάζονται ως χειρώνακτες και υπηρέτες. Εκτός αυτού του συστήματος βρίσκονται οι Ντάλιτ, οι πρώην «ανέγγιχτοι», που ιστορικά υπέστησαν τον πιο ακραίο κοινωνικό αποκλεισμό, καθώς και οι Αντιβάσι, οι αυτόχθονες φυλές της χώρας. Στην καθημερινή ζωή, η δομή αυτή εξειδικεύεται σε χιλιάδες τοπικές, επαγγελματικές υποκάστες που ονομάζονται Τζάτι και καθορίζουν παραδοσιακά τα επαγγέλματα και τους γάμους. Για την άρση των αδικιών, το σύγχρονο ινδικό Σύνταγμα έχει απαγορεύσει τις διακρίσεις και την ανεγγιχτότητα, θεσπίζοντας ειδικές νομικές κατηγορίες, όπως οι «οπισθοδρομικές κάστες», οι οποίες δικαιούνται κρατικές ποσοστώσεις στην εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση.
Στο οικονομικό επίπεδο, ο διαχωρισμός της εργασίας με βάση την κάστα δεν αποτελεί ένα τυχαίο ή αυθόρμητο φαινόμενο της αγοράς. Δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα των προσωπικών επιλογών των ατόμων, ή της προσφοράς και της ζήτησης. Είναι μια εξαναγκαστική, κληρονομική οικονομική δομή. Επαγγέλματα όπως ο καθαρισμός των υπονόμων, η βυρσοδεψία, η αποκομιδή απορριμμάτων, το πλύσιμο των ρούχων, η αλιεία και η χειρωνακτική γεωργική εργασία μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά ως μια ισόβια καταδίκη. Η γέννηση ενός ανθρώπου προκαθορίζει απόλυτα το τι θα κάνει στη ζωή του, το επάγγελμά του καθορίζει το εισόδημά του, και το εισόδημά του σφραγίζει τις ευκαιρίες του για επιβίωση, μόρφωση και εξέλιξη. Η κοινωνία στο σύνολο της συντηρεί σκόπιμα αυτή την ακραία ανισότητα, διασφαλίζοντας ότι η ιεραρχία θα αναπαράγεται απαρέγκλιτα.
Η οικονομική αυτή βία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ζήτημα της γης. Στην αγροτική Ινδία, η ιδιοκτησία της γης ακολουθεί πιστά το σύστημα των καστών. Η αγροτική δομή σε πολιτείες όπως το Ουτάρ Πραντές, το Μπιχάρ, το Ρατζαστάν και το Ταμίλ Ναντού βασίζεται στον απόλυτο αποκλεισμό των Ντάλιτ (των αποκαλούμενων «Ανέγγιχτων») από τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Οι ανώτερες κάστες κατέχουν τη γη, ενώ οι κατώτερες είναι καταδικασμένες να την καλλιεργούν κάτω από συνθήκες που συχνά θυμίζουν φεουδαρχική δουλοπαροικία. Αυτό δεν είναι ένα μεμονωμένο σύμπτωμα τοπικών προκαταλήψεων, αλλά ο κεντρικός μηχανισμός με τον οποίο η οικονομική δομή της κάστας αυτοαναπαράγεται και στερεώνεται στο πέρασμα των αιώνων.
Ο βιολογικός και κοινωνικός πυρήνας που κρατά ζωντανό αυτό το σύστημα είναι η ενδογαμία. Όπως είχε επισημάνει ο ηγέτης των Ντάλιτ, Μπιράο Ράμτζι Αμπεντκάρ, η πραγματική ουσία της κάστας δεν βρίσκεται στην έννοια του «ανέγγιχτου», ούτε καν στις ιδέες περί τελετουργικής αγνότητας και μιαρότητας. Η πραγματική βάση της είναι η υποχρέωση των ανθρώπων να παντρεύονται αποκλειστικά και μόνο εντός της δικής τους κάστας. Η ενδογαμία είναι ο βιολογικός μηχανισμός μεταβίβασης του κοινωνικού status. Όσο οι θρησκευτικοί και κοινωνικοί κανόνες επιβάλλουν αυτόν τον αποκλεισμό, η κάστα θα συνεχίσει να αναπαράγεται στο διηνεκές. Μαζί της θα διαιωνίζονται και όλα τα παράγωγα της: η οικονομική εξαθλίωση, η κοινωνική περιθωριοποίηση και ο πολιτισμικός εξευτελισμός.
Αυτή η κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα επενδύεται με έναν ισχυρό θρησκευτικό μανδύα. Η τελετουργική τάξη του mainstream Ινδουισμού, στην ιστορική της εξέλιξη, αποτελεί τη θεολογική νομιμοποίηση του συστήματος των καστών. Το ποιος επιτρέπεται να εισέλθει στους ναούς, ποιος έχει το δικαίωμα να διευθύνει τις θρησκευτικές τελετές, ποιος μπορεί να διαβάσει και να ερμηνεύσει τα ιερά κείμενα, είναι ζητήματα αυστηρά καθορισμένα από την κάστα. Για εκατοντάδες χρόνια, το τελετουργικό σύστημα λειτούργησε ως ένας μηχανισμός προστασίας των προνομίων της κάστας των Βραχμάνων, μετατρέποντας μια ανθρώπινη κατασκευή κοινωνικής καταπίεσης σε υποτιθέμενο θεϊκό νόμο.
Ακόμη και η έλευση της νεωτερικότητας και της αστικής δημοκρατίας δεν κατάφερε να κλονίσει αυτή τη δομή. Αντίθετα, η σύγχρονη πολιτική ζωή και η εκλογική διαδικασία στην Ινδία εγκλωβίστηκαν στην «αριθμητική των καστών». Οι πολιτικές παρατάξεις, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους διακηρύξεις, λειτουργούν στην πράξη ως συμμαχίες καστών. Οι εκλογικές στρατηγικές βασίζονται στη διαίρεση του πληθυσμού, στην καλλιέργεια του φόβου και στην υπόσχεση προνομίων σε συγκεκριμένες ομάδες, με βάση την καταγωγή τους. Η κάστα έγινε το πιο έγκυρος παράγοντας και το πιο προβλέψιμο εργαλείο για την κατάκτηση της εξουσίας, ενισχύοντας τελικά την ταυτότητα που υποτίθεται ότι έπρεπε να καταργήσει.
Τέλος, το σύστημα αυτό εισβάλλει στον πιο στενό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης: την οικογένεια και την καθημερινότητα. Οι διατροφικές απαγορεύσεις μέσα στην κουζίνα, το ποιος επιτρέπεται να καθίσει στο ίδιο τραπέζι, ποιος μπορεί να αντλήσει νερό από μια συγκεκριμένη πηγή, τι είδους ρούχα δικαιούται να φοράει κάποιος, ή αν έχει το δικαίωμα να ιππεύσει ένα άλογο κατά τη διάρκεια του γάμου του, είναι συμπεριφορές που πειθαρχούνται αυστηρά από την κάστα. Η κάστα είναι πανταχού παρούσα. Διαπερνά το σώμα, το μυαλό, την οικονομία, την πολιτική και τη θρησκεία, αποτελώντας τον κρυφό κώδικα λειτουργίας ολόκληρης της κοινωνίας.
ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΜΕΝΕΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ
Αν το σύστημα των καστών βασιζόταν αποκλειστικά στην εξωτερική βία και στον θεσμικό καταναγκασμό, η κατάρρευσή του θα ήταν θέμα χρόνου. Η ιστορία διδάσκει ότι οι ιεραρχικές δομές της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, όσο ισχυρές κι αν φαίνονταν, σταδιακά διαλύθηκαν όταν οι καταπιεσμένες μάζες συνειδητοποίησαν τη δύναμη τους και επαναστάτησαν ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, μέσω της αναδιανομής του πλούτου και των κοινωνικών ανατροπών. Η κάστα, ωστόσο, αποδείχθηκε ο πιο ανθεκτικός μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου στην ανθρώπινη ιστορία, επειδή κατάφερε να μετατρέψει την καταπίεση από εξωτερικό καταναγκασμό, σε εσωτερικευμένη κοινωνική ψυχολογία.
Το μεγάλο επίτευγμα του συστήματος είναι αυτό που ο Αμπεντκάρ ονόμασε «διαβαθμισμένη ανισότητα». Σε αντίθεση με ένα απλό ταξικό σύστημα, όπου υπάρχουν οι πλούσιοι και οι φτωχοί, οι καπιταλιστές και οι προλετάριοι, το σύστημα των καστών δεν χωρίζει την κοινωνία στα δύο. Αντίθετα, δημιουργεί μια πυραμίδα με αμέτρητα σκαλοπάτια, όπου κάθε σκαλοπάτι είναι ελαφρώς ανώτερο από το επόμενο και ελαφρώς κατώτερο από το προηγούμενο.
Αυτή η διαβάθμιση παράγει ένα καταστροφικό ψυχολογικό αποτέλεσμα-δίνει σε κάθε ομάδα, όσο χαμηλά κι αν βρίσκεται, μια ψευδαίσθηση σχετικής ανωτερότητας και ένα μικρό, έστω και ασήμαντο, συμφέρον από τη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Οι Σούντρας (η τέταρτη παραδοσιακή βαθμίδα) μπορεί να υφίστανται την καταπίεση των ανώτερων καστών, αλλά μπορούν να κοιτάζουν αφ’ υψηλού τις ομάδες που βρίσκονται εκτός του συστήματος, τις λεγόμενες κατώτερες κοινωνικές κατηγορίες. Οι άλλες «οπισθοδρομικές κάστες» στρέφονται συχνά ενάντια στους Ντάλιτ για να προστατεύσουν το δικό τους οριακά υψηλότερο στάτους. Ακόμη και ανάμεσα στους ίδιους τους Ντάλιτ, το σύστημα έχει καταφέρει να δημιουργήσει υπο-διαιρέσεις και εσωτερικές ιεραρχίες, όπου μια περιθωριοποιημένη ομάδα αναζητά μια άλλη, ακόμη πιο περιθωριοποιημένη, για να επιβεβαιώσει τη δική της αξία.
Αυτό το φαινόμενο σαμποτάρει τη γέννηση οποιασδήποτε μορφής οριζόντιας αλληλεγγύης. Οι καταπιεσμένοι δεν ενώνονται ενάντια στον κοινό θύτη. Αντίθετα, αναλώνονται σε έναν διαρκή, εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης για τη διεκδίκηση μιας ελάχιστης κοινωνικής υπεροχής. Ο φόβος ότι η κατάρρευση της πυραμίδας θα τους στερήσει αυτό το τελευταίο, ελάχιστο προνόμιο θέσης, τούς μετατρέπει σε συντηρητές και θεματοφύλακες της ίδιας τους της σκλαβιάς. Η κάστα επιβιώνει για χιλιετίες, επειδή έχει μεταφέρει το κέντρο ελέγχου της μέσα στο μυαλό των ίδιων των θυμάτων της.
Αυτή η ιδεολογική χειραγώγηση, παραμορφώνει εξίσου και τον ανθρωπισμό των θυτών. Οι ανώτερες κάστες, έχοντας γαλουχηθεί για γενιές με τις αρχές του Βραχμανισμού, πιστεύουν ειλικρινά στην έμφυτη νομιμότητα της ανωτερότητας τους και στην ιερότητα των κανόνων της αγνότητας. Δεν πρόκειται απλώς για μια ωφελιμιστική επιλογή προστασίας των υλικών τους συμφερόντων. Είναι οι ίδιοι προϊόντα μιας μακροχρόνιας πνευματικής και πολιτισμικής, εγχώριας εξημέρωσης. Η κάστα αλλοτριώνει την ανθρώπινη φύση τόσο των καταπιεσμένων όσο και των καταπιεστών, αν και με ριζικά διαφορετικό τρόπο και με ανόμοιο κόστος σε ανθρώπινο πόνο. Αν υποτιμηθεί αυτό το βαθύ ψυχολογικό και πνευματικό στρώμα του προβλήματος, αν θεωρηθεί ότι η κάστα είναι απλώς ένα οικονομικό ζήτημα, τότε κάθε θεραπεία που θα προταθεί θα είναι επιφανειακή και θα καταλήξει να επιδεινώσει την παθογένεια.
Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΩΝ
Η τραγωδία της ινδικής ιστορίας αντανακλάται με τον πιο καθαρό τρόπο στην αποτυχία των δύο μεγάλων προοδευτικών ρευμάτων, που επιχείρησαν να αμφισβητήσουν την κοινωνική αδικία, του κομμουνιστικού κινήματος από τη μία πλευρά, και του κινήματος απελευθέρωσης των Ντάλιτ από την άλλη. Και τα δύο κινήματα, παρά τις προθέσεις τους και τους ηρωικούς αγώνες των μελών τους, έπεσαν θύματα μιας δογματικής μονομέρειας, αδυνατώντας να συλλάβουν την ολότητα του ινδικού φαύλου κύκλου.
Το ινδικό κομμουνιστικό κίνημα εγκλωβίστηκε σε μια στενή, μηχανιστική ερμηνεία του Μαρξισμού. Οι ηγέτες του, προερχόμενοι στην πλειονότητα τους από τις ανώτερες κάστες, θεώρησαν ότι η οικονομική βάση είναι το μόνο πράγμα που έχει σημασία. Πίστεψαν ότι αν επικεντρωθούν αποκλειστικά στην ταξική πάλη, στην οργάνωση των συνδικάτων, στη σύγκρουση των εργατών με τους βιομηχάνους και στην αναδιανομή της γης, το σύστημα των καστών θα διαλυόταν αυτόματα ως ένα απλό εποικοδόμημα της οικονομίας. Αυτή η προσέγγιση αγνόησε παντελώς τη βαθιά, αυτόνομη ισχύ της κοινωνικής ψυχολογίας του Βραχμανισμού. Δεν κατάλαβαν ότι στην Ινδία η κάστα λειτουργεί ως η ίδια η παραγωγική σχέση, ότι ο διαχωρισμός των εργατών με βάση την κάστα, εμποδίζει τη συγκρότηση της ίδιας της εργατικής τάξης. Η άρνηση τους να ενσωματώσουν την πάλη ενάντια στις κάστες στον πυρήνα της επαναστατικής τους στρατηγικής, αποξένωσε το κίνημα από τις πιο καταπιεσμένες μάζες της χώρας και οδήγησε την επαναστατική διαδικασία σε τέλμα.
Από την άλλη πλευρά, το κίνημα απελευθέρωσης των Ντάλιτ, το οποίο αναπτύχθηκε ως μια δικαιολογημένη αντίδραση στον δογματισμό της παραδοσιακής Αριστεράς, υπέπεσε στο αντίθετο σφάλμα. Επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην πολιτισμική και ψυχολογική διάσταση της καταπίεσης, στην ανάγκη καταστροφής της βραχμανικής ιδεολογίας και στην ανάδειξη μιας ξεχωριστής πολιτικής ταυτότητας για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Στην πορεία του ωστόσο, το κίνημα αυτό παραμέλησε τις υλικές σχέσεις παραγωγής, το ζήτημα της ιδιοκτησίας της γης και τις παγκόσμιες καπιταλιστικές δομές που χρησιμοποιούν την κάστα για να μεγιστοποιήσουν την κερδοφορία τους. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή διολίσθηση του κινήματος σε μια στείρα πολιτική των ταυτοτήτων. Η ταυτότητα της κάστας, αντί να καταργηθεί, έγινε ένα μέσο διαπραγμάτευσης με το αστικό κράτος για την εξασφάλιση προνομίων και θέσεων εξουσίας, αφήνοντας την οικονομική βάση του συστήματος εντελώς ανέπαφη.
Η αλήθεια είναι ότι η τάξη και η κάστα στην Ινδία δεν μπορούν να διαχωριστούν. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μια επιτυχημένη επαναστατική διαδικασία απαιτεί τη σύγκλιση αυτών των δύο οπτικών: την ταυτόχρονη, συντονισμένη επίθεση τόσο στις υλικές, θεσμικές και οικονομικές δομές του κράτους όσο και στο κοινωνικο-ψυχολογικό και πολιτισμικό υπόβαθρο του Βραχμανισμού. Οποιαδήποτε μονομερής προσπάθεια είναι καταδικασμένη να αποτύχει, αναπαράγοντας τελικά το σύστημα που υπόσχεται να καταστρέψει.
ΤΟ ΜΕΤΑΑΠΟΙΚΙΑΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Μία από τις πιο βαθιά ριζωμένες αυταπάτες της σύγχρονης Ινδίας είναι η λατρεία του Συντάγματος του 1950, το οποίο παρουσιάζεται ως ένα προοδευτικό, σχεδόν επαναστατικό κείμενο που έθεσε τα θεμέλια για μια δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία. Μια προσεκτική ιστορική εξέταση της διαδικασίας σύνταξης του αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Το ινδικό Σύνταγμα δεν ήταν το προϊόν μιας λαϊκής επαναστατικής ανατροπής, αλλά ένας περίπλοκος συμβιβασμός ανάμεσα στον αποικιακό κρατικό μηχανισμό που αποχωρούσε και την εγχώρια ελίτ, κυρίως την τάξη των Βραχμάνων και την ανερχόμενη αστική τάξη, που διεκδικούσε την εξουσία.
Το Σύνταγμα ενσωμάτωσε βαρύγδουπες διακηρύξεις για την κατάργηση της ανεγγιχτότητας και την καθιέρωση των ατομικών δικαιωμάτων, γεγονός που δημιούργησε μια ψευδαίσθηση προόδου. Ωστόσο, η κατάργηση της ανεγγιχτότητας δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση την κατάργηση του ίδιου του συστήματος των καστών. Οι ηγέτες της εποχής, επηρεασμένοι από τη δυτική φιλελεύθερη σκέψη, θεώρησαν ότι η απαγόρευση των ακραίων μορφών διάκρισης ήταν αρκετή. Αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα ήταν μια διαδικασία αυτοεξαπάτησης.
Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στη Συντακτική Συνέλευση, η συντριπτική πλειονότητα των μελών, προερχόμενη από τις ανώτερες κάστες, συμμετείχε σε μια αναπαραγωγή αμοιβαίων επαίνων για το πόσο προοδευτικό ήταν το νέο κείμενο. Μόνο τρεις φωνές υψώθηκαν για να αμφισβητήσουν αυτή την ευφορία, και είναι εξαιρετικά σημειολογικό ότι και οι τρεις προέρχονταν από την περιοχή του Μπανγκλαντές, όπου οι παραδόσεις του κοινωνικού αποκλεισμού ήταν ιστορικά οι ασθενέστερες λόγω της επίδρασης κινημάτων όπως το κίνημα Ματούα, το οποίο υποστήριζε την ισότητα, την εκπαίδευση και τον σεβασμό στη χειρωνακτική εργασία. Ο Πραμάθ Ράντζαν Θακούρ, ο πρώτος δικηγόρος από την κοινότητα των Ντάλιτ που εμφανίστηκε σε δικαστήριο, έθεσε το καίριο ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν να καταργηθεί η ανεγγιχτότητα αν η ίδια η κάστα παραμείνει ζωντανή;» Οι προειδοποιήσεις του, καθώς και των άλλων δύο μελών που τον στήριξαν, αγνοήθηκαν επιδεικτικά. Υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα στους κυβερνώντες να μην αγγίξουν τον σκληρό πυρήνα του συστήματος.
Αυτή η απροθυμία οδήγησε στη διατήρηση και τη θεσμική θωράκιση της κάστας μέσω του ίδιου του κρατικού μηχανισμού. Οι νέοι κυβερνώντες της μετααποικιακής Ινδίας συνειδητοποίησαν γρήγορα αυτό που οι Βρετανοί αποικιοκράτες είχαν ανακαλύψει πολύ νωρίτερα, ότι η κάστα και η θρησκεία είναι τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία για την εφαρμογή της στρατηγικής του «διαίρει και βασίλευε». Έτσι, αντί το Σύνταγμα να γίνει το όπλο για την καταστροφή της κάστας, έγινε το μέσο για τη γραφειοκρατική της διαχείριση.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαχείρισης είναι η εξέλιξη του συστήματος των ποσοστώσεων (Reservation System). Αρχικά, οι ποσοστώσεις βασίζονταν στην διοικητική κατηγορία των «Θεσμοθετημένων Καστών» (Scheduled Castes), μια κατηγορία που είχαν δημιουργήσει οι Βρετανοί το 1935 και η οποία δεν ταυτιζόταν με το ινδουιστικό θρησκευτικό δόγμα. Αν υπήρχε πραγματική πολιτική βούληση, το κράτος θα μπορούσε να καταργήσει τη θρησκευτική κάστα, διατηρώντας παράλληλα τις ποσοστώσεις ως ένα προσωρινό μέτρο κοινωνικής προστασίας.
Αντί γι’ αυτό, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι προβλέψεις αυτές κατέληξε να αντιστρέψει πλήρως τη λογική τους. Αντί οι ποσοστώσεις να γίνουν κατανοητές ως ένας έλεγχος και μια τιμωρία απέναντι στις προκαταλήψεις των ανώτερων τάξεων, παρουσιάστηκαν ως μια πράξη ελεημοσύνης προς μια ομάδα που χαρακτηρίστηκε έμμεσα ως «αδύναμη» και «ανίκανη». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον βαθύ κοινωνικό στιγματισμό των Ντάλιτ. Στη συνέχεια, οι κυβερνώντες επέκτειναν αυτές τις πολιτικές και σε άλλες ομάδες με βάση το ασαφές κριτήριο της «κοινωνικής και εκπαιδευτικής οπισθοδρομικότητας». Σε μια χώρα με τεράστια ποσοστά φτώχειας και ανισότητας, σχεδόν κάθε κοινότητα άρχισε να διεκδικεί τον τίτλο της «οπισθοδρομικής» για να αποκτήσει πρόσβαση στις κρατικές θέσεις και στα πανεπιστήμια. Η κάστα, από στίγμα, μετατράπηκε σε ένα πολύτιμο προνόμιο, σε ένα κρατικό πιστοποιητικό που κανείς δεν ήθελε να χάσει, με αποτέλεσμα την πλήρη στερέωση και διαιώνιση των διαχωριστικών γραμμών.
Το μετααποικιακό ινδικό κράτος αποδείχθηκε μια τελειοποιημένη εκδοχή του αποικιακού μηχανισμού καταστολής. Αντέγραψε σχεδόν αυτούσια τη δομή διακυβέρνησης των Βρετανών, προσθέτοντας απλώς ορισμένα διακοσμητικά στοιχεία αστικής δημοκρατίας, όπως οι κατευθυντήριες γραμμές χωρίς εκτελεστική ισχύ, οι οποίες ήταν εντελώς ανίκανες να ανατρέψουν τη δομική λογική του συστήματος.
ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Η εισαγωγή του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας θεωρήθηκε από πολλούς ως το μεγάλο όπλο που θα επέτρεπε στις κατώτερες κάστες, λόγω του μεγάλου αριθμητικού τους μεγέθους, να ανατρέψουν την κυριαρχία της βραχμανικής μειονότητας. Αυτή η προσδοκία διαψεύστηκε οικτρά εξαιτίας μιας συγκεκριμένης θεσμικής επιλογής, αυτή της υιοθέτησης του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος του βρετανικού τύπου (First-Past-the-Post).
Το σύστημα αυτό, όπου ο υποψήφιος που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους σε μια περιφέρεια εκλέγεται ακόμη και χωρίς να έχει την απόλυτη πλειοψηφία, αποδείχθηκε εξαιρετικά άκαμπτο και χειραγωγίσιμο. Στην Ινδία, καμία κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει ποτέ να εξασφαλίσει περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό των λαϊκών ψήφων σε εθνικό επίπεδο, κι όμως αυτές οι κυβερνήσεις απολαμβάνουν απόλυτες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και ισχυρίζονται ότι έχουν τη λαϊκή εντολή. Αυτό σημαίνει ότι, ανά πάσα στιγμή, περισσότερο από το μισό εκλογικό σώμα δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στους κυβερνώντες. Οι πολίτες δεν συμμετέχουν στη δημοκρατία παρά μόνο ως θεατές σε μια περιοδική εκλογική τελετουργία.
Αυτή η δομή επέβαλε στους πολιτικούς σχηματισμούς μια συγκεκριμένη στρατηγική επιβίωσης: την «αριθμητική των καστών». Για να κερδίσει κανείς μια έδρα, δεν χρειάζεται να πείσει την πλειοψηφία της κοινωνίας με βάση ένα καθολικό ιδεολογικό πρόγραμμα. Χρειάζεται απλώς να συσπειρώσει ένα συγκεκριμένο μπλοκ καστών μέσα στην περιφέρεια, εκμεταλλευόμενος τις παραδοσιακές αντιπαλότητες.
Υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις κατά τη διάρκεια της συνταγματικής διαδικασίας. Ήδη από το 1919, είχε προταθεί η υιοθέτηση της αναλογικής εκπροσώπησης ως ένα σύστημα που θα αποτύπωνε με μεγαλύτερη ακρίβεια την πολυμορφία της ινδικής κοινωνίας. Κατά τη διάρκεια της Συντακτικής Συνέλευσης, πολλοί έμπειροι πολιτικοί και οικονομολόγοι υποστήριξαν σθεναρά την αναλογική εκπροσώπηση, υποστηρίζοντας ότι ένα τέτοιο σύστημα θα αποδυνάμωνε την επιρροή της κάστας, καθώς θα ανάγκαζε τα κόμματα να αναζητήσουν ευρύτερες συναινέσεις και να μην βασίζονται σε τοπικούς αποκλεισμούς.
Οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από την ηγεσία του Κόμματος του Κογκρέσου, η οποία λειτουργούσε ως μια κλειστή ολιγαρχία. Ο στόχος τους ήταν η δημιουργία ενός συγκεντρωτικού, μονοκομματικού κράτους, και το πλειοψηφικό σύστημα ήταν το μόνο που μπορούσε να τους εξασφαλίσει αυτό το αποτέλεσμα.
Η απόφαση αυτή είχε καταστροφικές συνέπειες μακροπρόθεσμα. Όταν η αρχική αίγλη του κινήματος της ανεξαρτησίας άρχισε να φθίνει και ο πολιτικός ανταγωνισμός οξύνθηκε, η κάστα έγινε το κεντρικό εργαλείο της πολιτικής κινητοποίησης. Η ανάδυση κομμάτων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν τις κατώτερες κάστες δεν άλλαξε την κατάσταση. Όταν η πολιτική εξουσία οργανώνεται γύρω από την κάστα, ακόμη κι αν καταφέρει να αναδιανείμει ορισμένα προνόμια ανάμεσα στις διάφορες ομάδες, το μόνο που επιτυγχάνει στην πραγματικότητα είναι η ενίσχυση της ίδιας της λογικής της κάστας. Η ταυτότητα της κάστας μετατρέπεται σε πολιτικό επίδικο. Αντί η κάστα να εξασθενεί όσο προχωρά ο εκσυγχρονισμός, γίνεται πιο κεντρική, πιο απαραίτητη και πιο βαθιά ριζωμένη στη δημόσια ζωή από ποτέ.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η ανάλυση του ινδικού φαύλου κύκλου οδηγεί σε ένα αμείλικτο συμπέρασμα: η ελπίδα ότι το σύστημα των καστών θα σβήσει σταδιακά μέσα από τη φιλελεύθερη δημοκρατία, την καπιταλιστική ανάπτυξη ή τις νομικές διορθώσεις αποτελεί μια επικίνδυνη αυταπάτη. Το σύστημα έχει αποδείξει μια τρομακτική ικανότητα να απορροφά τους κραδασμούς, να εργαλειοποιεί τους θεσμούς που σχεδιάστηκαν για να το πολεμήσουν και να μετατρέπει ακόμη και τους καταπιεσμένους σε όργανα της δικής τους υποταγής.
Η επανάσταση που χρειάζεται η Ινδία δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή κατάληψη της κρατικής εξουσίας ή στην αλλαγή των προσώπων που κάθονται στις κυβερνητικές θέσεις. Πρέπει να είναι μια ολοκληρωτική, καθολική κοινωνική μεταμόρφωση που θα επιτεθεί ταυτόχρονα σε τρία μέτωπα.
Πρώτον, στην υλική βάση της κοινωνίας, μέσω μιας ριζικής αναδιανομής της γης και της καταστροφής του κληρονομικού διαχωρισμού της εργασίας, σπάζοντας τους οικονομικούς καταναγκασμούς που κρατούν δέσμιες τις κοινότητες των Ντάλιτ.
Δεύτερον, στον θεσμικό και πολιτικό μηχανισμό, μέσω της πλήρους αποδόμησης του μετααποικιακού κράτους και του εκλογικού συστήματος που τρέφεται από τη διαίρεση των καστών, αντικαθιστώντας τα με μορφές άμεσης και ουσιαστικής λαϊκής συμμετοχής.
Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο, στο επίπεδο της συνείδησης, μέσω μιας καθοριστικής πολιτισμικής και ψυχολογικής σύγκρουσης με τις αξίες του Βραχμανισμού. Πρέπει να καταστραφεί η «διαβαθμισμένη ανισότητα» και η ψευδαίσθηση της σχετικής ανωτερότητας, που εμποδίζει τους καταπιεσμένους να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον ως σύμμαχο στον κοινό αγώνα.
Αυτό το έργο είναι αναμφίβολα μεγάλο, γεμάτο κινδύνους και δυσκολίες. Ωστόσο, είναι ο μόνος δρόμος που απομένει.
Η άλλη επιλογή είναι η αποδοχή της κοινωνικής σήψης, η σιωπηρή συναίνεση σε μια κατάσταση όπου η πλειονότητα των ανθρώπων είναι καταδικασμένη να ζει μια ζωή στερημένη από κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια, προς όφελος μιας ελάχιστης, προνομιούχας μειοψηφίας. Στην παρούσα ιστορική συγκυρία, η ουδετερότητα είναι αδύνατη. Η σιωπή μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα δεν είναι τίποτα λιγότερο από συνενοχή στο έγκλημα.







