Η εκπνοή της Συνθήκης New START στις 5 Φεβρουαρίου 2026 σφραγίζει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής διμερούς πυρηνικού ελέγχου εξοπλισμών ΗΠΑ–Ρωσίας που εκκινεί από τη SALT I (1969). Για πρώτη φορά εδώ και πάνω από μισό αιώνα δεν υπάρχουν δεσμευτικά νομικά όρια στις στρατηγικές πυρηνικές δυνάμεις των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών οπλοστασίων. Παρότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, Ουάσιγκτον και Μόσχα φέρονται διατεθειμένες να τηρούν κατ’ αρχήν τους κεντρικούς αριθμητικούς περιορισμούς για ένα μεταβατικό διάστημα, η απουσία επαληθεύσιμης, θεσμοθετημένης αρχιτεκτονικής σημαίνει μεγαλύτερη αβεβαιότητα, αυξημένες πιέσεις για σχεδιασμό «χειρότερου σεναρίου» και κίνδυνο κλιμακούμενου ανταγωνισμού.
ΤΙ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ Η NEW START ΚΑΙ ΤΙ ΧΑΝΕΤΑΙ ΤΩΡΑ
Η New START ήταν εξαρχής μια «γέφυρα»: στόχευε λιγότερο σε δραστικές ποσοτικές μειώσεις και περισσότερο στην αποκατάσταση προβλεψιμότητας, διαφάνειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μετά τη λήξη της START I. Οι κεντρικοί της περιορισμοί—έως 1.550 αναπτυγμένες στρατηγικές κεφαλές και ανώτατα όρια σε φορείς/εκτοξευτές—συνοδεύονταν από ένα ισχυρό σύστημα επαλήθευσης: ανταλλαγές δεδομένων, ειδοποιήσεις και 18 επιτόπιες επιθεωρήσεις ετησίως ανά πλευρά. Η ουσία δεν ήταν μόνο οι «αριθμοί», αλλά η δυνατότητα να γνωρίζει κάθε πλευρά, με υψηλή εμπιστοσύνη, τι κάνει η άλλη. Από το 2023, όταν η Ρωσία «ανέστειλε» τη συμμετοχή της και οι επιθεωρήσεις πάγωσαν, ο πιο πολύτιμος πυλώνας—η επαλήθευση—είχε ήδη διαβρωθεί. Η τυπική λήξη το 2026 καθιστά μόνιμη αυτή την απώλεια, εκτός αν υπάρξει νέο σχήμα διαφάνειας.
Η άμεση συνέπεια είναι η μετατόπιση κινήτρων: χωρίς επιθεωρήσεις και ροές ειδοποιήσεων, η στρατηγική αξιολόγηση θα στηρίζεται περισσότερο σε δορυφορική/τεχνική συλλογή και λιγότερο σε συναντίληψη κανόνων.
ΤΡΙΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ
1.Άτυπη τήρηση των ορίων με περιορισμένη πολιτική αξία
Η πιο άμεση, «ελάχιστη» λύση είναι μια παράλληλη πολιτική δέσμευση να συνεχιστεί η τήρηση των κεντρικών ορίων της New START για περιορισμένο χρόνο (π.χ. ένα έτος), κατά το πρότυπο της άτυπης τήρησης της SALT II στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Το Κρεμλίνο έχει ήδη προτείνει κάτι αντίστοιχο υπό όρους αμοιβαιότητας, ενώ ο αμερικανικός δημόσιος διάλογος έχει εκφράσει προσεκτικό πραγματισμό, συνδέοντας όμως κάθε βαθύτερη συμφωνία με το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον. Τα οφέλη ενός τέτοιου «μορατόριουμ» είναι περιορισμένα αλλά υπαρκτά: κερδίζει χρόνο, μειώνει τις πιέσεις κλιμάκωσης μέχρι τη Διάσκεψη Αναθεώρησης της Συνθήκης Μη-Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων και στέλνει μήνυμα συγκράτησης προς τρίτους.
Το μείζον μειονέκτημα είναι ότι, χωρίς επαλήθευση, η εμπιστοσύνη φθείρεται. Θα μπορούσε να μετριαστεί με «ελαφρά» πακέτα διαφάνειας. Αλλά μια πλήρης αναβίωση του μηχανισμού επιθεωρήσεων, ιδίως υπό το σημερινό πολιτικό κλίμα, μοιάζει δύσκολη βραχυπρόθεσμα. Το σενάριο αυτό είναι μεταβατικό, χρήσιμο ως «ασφαλιστική δικλείδα», όχι όμως ως βιώσιμη αρχιτεκτονική.
2.Ανεξέλεγκτη λήξη και νέα κούρσα εξοπλισμών
Το ζοφερό σενάριο είναι η πλήρης απελευθέρωση από αριθμητικούς και ποιοτικούς περιορισμούς. Και οι δύο πλευρές διαθέτουν τεχνική δυνατότητα ταχείας αύξησης αναπτυγμένων κεφαλών μέσω τοποθέτησης σε υφιστάμενους φορείς, πχ ICBM/SLBM χωρίς άμεση ανάγκη νέων πλατφορμών. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά τα φορτία στους Trident και να αξιοποιήσουν αποθέματα. Η Ρωσία επίσης διατηρεί δυνατότητες. Παράλληλα, συνεχίζονται και αναβαθμίζονται προγράμματα εκσυγχρονισμού (Columbia, B‑21, Sentinel από αμερικανικής πλευράς· Borei‑A, Yars/Sarmat, Avangard από ρωσικής), ενώ «εξωθεσμικά» συστήματα (π.χ. Poseidon, Burevestnik) προστίθενται στο μείγμα αβεβαιότητας.
Μια τέτοια δυναμική θα υπονόμευε τη στρατηγική σταθερότητα: περισσότερη αδιαφάνεια, ισχυρότερες παρορμήσεις για υψηλή ετοιμότητα, κίνδυνοι αλληλο-παρεξηγήσεων και πίεση στους μηχανισμούς διοίκησης-ελέγχου εν μέσω ταχύτατων κύκλων κρίσης. Το σήμα προς το καθεστώς μη διάδοσης (NPT) θα ήταν δυσμενές, ενισχύοντας επιχειρήματα υπέρ «ισοδύναμων» ανταπαντήσεων από τρίτες πυρηνικές δυνάμεις. Σε έναν κόσμο όπου η Κίνα ήδη αυξάνει το οπλοστάσιό της και περιφερειακές αντιπαλότητες (Ινδία–Πακιστάν, Κορεατική Χερσόνησος, Μέση Ανατολή) παραμένουν εύφλεκτες, η διάλυση των τελευταίων φραγμών θα είχε συστημικό αντίκτυπο.
3.Πορεία προς νέο, ευρύτερο πλαίσιο ελέγχου
Το πιο σταθεροποιητικό αλλά και δυσκολότερο σενάριο είναι μια νέα γενιά συμφωνιών. Δεδομένων των απαιτήσεων και των ασύμβατων «κόκκινων γραμμών», μια ενιαία «ομπρέλα» μοιάζει ανέφικτη. Ρεαλιστικότερη είναι μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική από παράλληλες/αλληλοσυνδεόμενες ρυθμίσεις, που θα αφορούσε: τα πυρηνικά αποθέματα, τη πυραυλική άμυνα, τα τακτικά πυρηνικά όπλα, το διάστημα και τα «κόκκινα τηλέφωνα».
Μια τέτοια αρχιτεκτονική δεν προϋποθέτει γενική ύφεση. Θα απαιτήσει όμως πολιτικό κεφάλαιο και συμβιβασμούς ΗΠΑ–Ρωσίας–Κίνας.
ΟΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΠΥΡΗΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Η Ουάσιγκτον τείνει να βλέπει την επόμενη φάση όχι ως «New START plus», αλλά ως πλαίσιο που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των κεφαλών (για να «μπουν στο τραπέζι» τα ρωσικά τακτικά πυρηνικά) και νέες τεχνολογίες. Οι ΗΠΑ υπογραμμίζουν ότι «21ος αιώνας χωρίς την Κίνα στο τραπέζι» δεν είναι βιώσιμος. Ωστόσο, αναγνωρίζει το πολιτικό/τεχνικό αγκάθι της κινεζικής απροθυμίας πριν την προσέγγιση ισοτιμίας στον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών.
Η Μόσχα εκτιμά την προβλεψιμότητα ως μέσο αποφυγής δαπανηρού ανταγωνισμού που δύσκολα αντέχει οικονομικά. Η άτυπη τήρηση ορίων για ένα έτος παρουσιάζεται ως «υπεύθυνη» στάση, χαμηλού κόστους και πολιτικού οφέλους, ιδίως ενόψει NPT. Η Ρωσία αξιώνει να ληφθούν υπόψη στοιχεία που θεωρεί αποσταθεροποιητικά (αντιπυραυλική άμυνα, μακράς ακτίνας συμβατικά όπλα, διάστημα), καθώς και το συνυπολογισμό των γαλλοβρετανικών πυρηνικών δυνατοτήτων στο «δυτικό άθροισμα». Η Μόσχα πιθανότατα δεν βιάζεται για ποσοτική διεύρυνση αναπτυγμένων κεφαλών. Αν οι ΗΠΑ κινηθούν προς μεγάλη κλιμάκωση (π.χ. 3.500 αναπτυγμένες ως μέσους όρους δεκαετίας), η Ρωσία διατηρεί δυνατότητες να ακολουθήσε.
Το Πεκίνο απορρίπτει την ένταξη σε τριμερή διαπραγμάτευση με ΗΠΑ–Ρωσία πριν υπάρξει σχετική σύγκλιση μεγεθών (περίπου 5.500 κεφαλές η κάθε μια από τις Ρωσία και ΗΠΑ και 600 για τη Κίνα). Θεωρεί άδικο/ανισοβαρές να δεσμευθεί σε οροφές που παγιώνουν αυτή την υστέρηση. Παρότι αυξάνει το οπλοστάσιό της, η Κίνα διακηρύσσει «μη πρώτη χρήση» και προτιμά εμπεδώσεις ρόλων/κόκκινων γραμμών αντί δεσμευτικών οροφών. Είναι πιθανότερα δεκτική σε σχήματα διαφάνειας χαμηλής έντασης (π.χ. κοινοποιήσεις, θερμές γραμμές), σε αντιπαραβολή με σκληρές οροφές. Όπως και η Ρωσία, προτάσσει την αντίθεσή της σε αμερικανικά προγράμματα που θεωρεί ότι υπονομεύουν τη βιωσιμότητα δεύτερου πλήγματος, περιλαμβανομένων διαστημικών αισθητήρων/αναχαιτίσεων.
Η Ευρώπη, ως γεωγραφικός χώρος όπου συμπυκνώνονται οι κίνδυνοι κλιμάκωσης, έχει άμεσο συμφέρον σε ένα νέο πλέγμα μείωσης κινδύνου: αναβάθμιση γραμμών επικοινωνίας ΝΑΤΟ–Ρωσίας, διευρυμένες ειδοποιήσεις δραστηριοτήτων, και σταδιακή εμπλοκή Ηνωμένου Βασιλείου–Γαλλίας σε σχήματα διαφάνειας.
ΕΦΙΚΤΗ ΛΥΣΗ
Οι ΗΠΑ ζητούν διεύρυνση θεματολογίας και εμπλοκή της Κίνας. Η Ρωσία ζητεί αμοιβαιότητα, συνυπολογισμό του δυτικού οπλοστασίου και φρένα στην αντιπυραυλική άμυνα. Η Κίνα αξιώνει αναλογικότητα και προκρίνει σταδιακά μέτρα διαφάνειας. Αυτές οι θέσεις δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες. Με διπλωματία και ρεαλισμό, μπορούν να συναρθρωθούν σε ένα ελάχιστο κοινό παρονομαστή που μειώνει την πιθανότητα καταστροφικού λάθους.
Βραχυπρόθεσμα, η άτυπη τήρηση ορίων, ενισχυμένη από «ελαφριές» δεσμεύσεις διαφάνειας, είναι το ελάχιστο πλαίσιο αποτροπής της διολίσθησης σε επικίνδυνες καταστάσεις. Μεσοπρόθεσμα, η επανεκκίνηση μιας διαπραγμάτευσης νέου τύπου δύσκολα θα είναι μονοθεματική ή διμερής. Πιο πιθανό είναι ένα πακέτο με μια πολιτική συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας για συνολικές οροφές κεφαλών και με βασικές ρυθμίσεις επαλήθευσης. Ένα παράλληλο μνημόνιο για αντιπυραυλική διαφάνεια/περιορισμούς σε αισθητήρες/δοκιμές που έχουν στρατηγική σημασία. Ένα πολυμερής «Κώδικας συμπεριφοράς» για το διάστημα. Ευρωπαϊκό πακέτο ΜΟΕ για τη ζώνη επαφής ΝΑΤΟ–Ρωσίας. Δίαυλοι με το Πεκίνο για συμμετοχή σε ΜΟΕ, ως προθάλαμο για μελλοντικές ποσοτικές ρυθμίσεις όταν το μέγεθος οπλοστασίων συγκλίνει περισσότερο.
Τίποτε από αυτά δεν προϋποθέτει μια εξιδανικευμένη «ύφεση». Προϋποθέτουν όμως αναγνώριση ενός κοινού συμφέροντος: η ανεξέλεγκτη κούρσα είναι δαπανηρή, επικίνδυνη και στρατηγικά μυωπική για όλους.







