Στη διεθνή πολιτική, η διαφορά ανάμεσα στον δρώντα και τον αντιδρώντα δεν είναι απλώς σημασιολογική. Αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκείνον που διαμορφώνει το στρατηγικό αφήγημα και σε εκείνον που ακολουθεί τις εξελίξεις. Η Ελλάδα, παρά την αδιαμφισβήτητη κινητικότητα που έχει επιδείξει τα τελευταία χρόνια στο διπλωματικό — και κυρίως στο ενεργειακό — πεδίο, παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα βαθύτατα αντιδραστικό πρότυπο συμπεριφοράς. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας του προβλήματος που η επίσημη ρητορική σπανίως αναγνωρίζει.
Ο ΕΤΕΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΩΣ ΔΟΜΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ
Ο ετεροκαθορισμός δεν είναι ζήτημα εντυπώσεων ούτε πρόσκαιρων συγκυριών. Είναι ζήτημα δομής. Μια χώρα μπορεί να διακηρύσσει πλήρη στρατηγική αυτονομία και, ταυτόχρονα, να οργανώνει το σύνολο της εξωτερικής της πολιτικής γύρω από την ατζέντα ενός τρίτου δρώντος. Μπορεί να απορρίπτει με ένταση έναν χαρακτηρισμό και, παρ’ όλα αυτά, ο χαρακτηρισμός να εξακολουθεί να την περιγράφει με ακρίβεια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας.
Η Άγκυρα, εδώ και δεκαετίες, λειτουργεί με όρους στρατηγικής πρωτοβουλίας. Οριοθετεί το πλαίσιο της αντιπαράθεσης, επιλέγει τον χρόνο και τον τρόπο της κλιμάκωσης, δημιουργεί μονομερώς τετελεσμένα και μεταφέρει στην Αθήνα το βάρος της αντίδρασης.
Η πρόσφατη κίνηση για τη νομική κατοχύρωση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Άγκυρα δεν επιδίωξε διπλωματική συναίνεση ούτε έθεσε προς ουσιαστική διαπραγμάτευση τους νομικούς της ισχυρισμούς. Απλώς προχώρησε, αφήνοντας την Ελλάδα αντιμέτωπη με δύο εξίσου δυσχερείς επιλογές: είτε μια έντονη αντίδραση, με τον κίνδυνο κλιμάκωσης, είτε μια ηπιότερη στάση, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως σιωπηρή ανοχή.
Αυτός ο διαρκής κύκλος άμυνας και αντίδρασης δεν είναι συγκυριακός. Αποτελεί το αποτέλεσμα δεκαετιών στρατηγικής ασυμμετρίας. Η μία πλευρά διαμορφώνει το παιχνίδι. Η άλλη προσπαθεί να το παίξει όσο καλύτερα μπορεί με τους κανόνες που της επιβάλλονται.
Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ
Θα ήταν άδικο να παραγνωρίσει κανείς ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια αξιοσημείωτη δραστηριότητα. Η εμβάθυνση των σχέσεων με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμμετοχή σε τριμερείς συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και η ενεργός εμπλοκή στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, συνιστούν ουσιαστικά διπλωματικά κεφάλαια που δεν μπορούν να υποτιμώνται.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν η Ελλάδα συνάπτει συμμαχίες, αλλά αν τις αξιοποιεί προκειμένου να περάσει η ίδια σε στρατηγική πρωτοβουλία ή αν τις χρησιμοποιεί κυρίως ως μηχανισμό ανάσχεσης απέναντι σε κάθε νέα τουρκική πρόκληση. Η διάκριση είναι καθοριστική. Στη δεύτερη περίπτωση, οι συμμαχίες λειτουργούν ως αμυντική ασπίδα. Στην πρώτη, μετατρέπονται σε μοχλό διαμόρφωσης της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος. Η Ελλάδα φαίνεται να κινείται, κατά κύριο λόγο, εντός της πρώτης λογικής.
ΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ
Σε ό,τι αφορά στη διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη. Η πατρίδα μας διαθέτει ισχυρά νομικά, ιστορικά και γεωγραφικά επιχειρήματα υπέρ των θέσεών της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Παρ’ όλα αυτά, η ενεργητική θεσμοθέτηση και εμπέδωση της ελληνικής παρουσίας στα αμφισβητούμενα πεδία παραμένει αποσπασματική.
Η Αθήνα φαίνεται να προκρίνει τη διαχείριση της έντασης έναντι μιας πιο δομικής ανατροπής του status quo. Ωστόσο, σε συνθήκες διαρκούς τουρκικής αναθεωρητικής πίεσης, μια τέτοια στάση ενέχει τον κίνδυνο σταδιακής υποχώρησης χωρίς τυπική παραχώρηση.
Η πραγματική στρατηγική αυτονομία δεν αποτυπώνεται στον αριθμό των διμερών επαφών ή των κοινών ανακοινώσεων. Μετριέται από την ικανότητα μιας χώρας να ορίζει η ίδια την ατζέντα, να υποχρεώνει τον αντίπαλο να αντιδρά στις δικές της κινήσεις και να διαμορφώνει τους όρους της αντιπαράθεσης αντί να προσαρμόζεται σε αυτούς.
ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΕΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η Ελλάδα μπορεί να έχει το πλεονέκτημα των κινήσεων και διαθέτει τα μέσα για να αναλάβει την όποια πρωτοβουλία. Εκείνο που φαίνεται να απουσιάζει δεν είναι ούτε οι πόροι, ούτε η διεθνής νομιμοποίηση, ούτε οι συμμαχίες, αλλά η πολιτική και στρατηγική βούληση να διαμορφώνει η ίδια την περιφερειακή ατζέντα, αντί να περιορίζεται στον ρόλο του διαχειριστή εξελίξεων που άλλοι δρομολογούν.
Η ρητορική περί μη ετεροκαθορισμού, όσο συχνά και αν επαναλαμβάνεται, δεν αρκεί για να μεταβάλει τη δομή της πραγματικότητας. Η Ελλάδα θα μπορέσει να υπερβεί ουσιαστικά τον ετεροκαθορισμό μόνο όταν πάψει να αναμένει την επόμενη τουρκική κίνηση για να καθορίσει τη δική της στάση και αρχίσει η ίδια να θέτει τους όρους του επόμενου γύρου.







