Η νέα αμυντική στρατηγική των ΗΠΑ και οι επιπτώσεις της

Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 2025,  σηματοδότησε έναν θεμελιώδη επαναπροσδιορισμό του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο, μαζί με νέους στόχους και υποθέσεις για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας τους. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, η Ουάσινγκτον εγκαταλείπει τη μακροχρόνια πολιτική της για την επιδίωξη παγκόσμιας κυριαρχίας και τη διατήρηση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Αντ’ αυτού, στρέφεται προς τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας τονίζει τη σημασία της εθνικής κυριαρχίας, υιοθετεί μια κριτική στάση απέναντι στους διεθνείς οργανισμούς και σκιαγραφεί μια πιο οργανική προσέγγιση προς τους εταίρους και τους συμμάχους της Αμερικής.

Η Στρατηγική Εθνικής Άμυνας που εκδόθηκε από το Πεντάγωνο τον Ιανουάριο 2026, βασίζεται στην Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας και στοχεύει στην επιχειρησιακή της εφαρμογή στην πράξη. Η Στρατηγική Εθνικής Άμυνας επιβεβαιώνει την απόρριψη της υπάρχουσας φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, μια μετατόπιση που αντικατοπτρίζεται στις ενέργειες της κυβέρνησης Τραμπ τον Ιανουάριο: η επέμβαση στη Βενεζουέλα, η αποχώρηση από μια σειρά διεθνών οργανισμών, η έναρξη του Συμβουλίου Ειρήνης ως δυνητικού ανταγωνιστή των Ηνωμένων Εθνών και οι προσπάθειες για την ανάληψη του ελέγχου της Γροιλανδίας.

Οι συντάκτες της Στρατηγικής Εθνικής Άμυνας έχουν αποστασιοποιηθεί από τον παρεμβατισμό με τη μορφή της πολιτικής αλλαγής καθεστώτος σε συνδυασμό με την οικοδόμηση κράτους, όπως έγινε στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Ωστόσο, τονίζουν ότι αυτό δεν σημαίνει μετατόπιση προς τον απομονωτισμό. Το νέο μοντέλο του τρόπου λειτουργίας της Αμερικής στον στρατιωτικό τομέα, που αφορά και αλλαγές καθεστώτων, αλλά όχι οικοδόμηση κράτους, αποδεικνύεται από πρόσφατες επιχειρήσεις όπως η «Απόλυτη Αποφασιστικότητα» στη Βενεζουέλα (Ιανουάριος 2026) και το «Σφυρί του Μεσονυχτίου» στο Ιράν (Ιούνιος 2025).

Εγκαταλείποντας τη σταθερή εστίαση στην Κίνα ως την πρωταρχική υπαρξιακή απειλή, η νέα στρατηγική υιοθετεί ένα δόγμα βαθιά ριζωμένο στην ιδεολογία του «Πρώτα η Αμερική». Διακηρύσσοντας ως αδιαπραγμάτευτη και ύψιστη προτεραιότητα την «υπεράσπιση των αμερικανικών συμφερόντων στην ήπειρο και σε ολόκληρο το Δυτικό Ημισφαίριο», η Ουάσινγκτον σηματοδοτεί την έναρξη μιας εποχής στρατηγικής σύμπτυξης, με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων και τις ισορροπίες ισχύος.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΥΛΩΝΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΜΟΝΡΟΕ

Το νέο στρατηγικό όραμα του Πενταγώνου δομείται γύρω από τέσσερις θεμελιώδεις και σαφείς πυλώνες. Πρώτος και κύριος, η υπεράσπιση της αμερικανικής πατρίδας, μια αρχή που ανυψώνεται σε απόλυτη προτεραιότητα. Αυτή η στροφή δεν αφορά απλώς την προστασία των συνόρων, αλλά εκτείνεται στην οικονομική ασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών και την ενεργή αντιμετώπιση ξένων επιρροών εντός της αμερικανικής σφαίρας επιρροής. Βασικοί άξονες: Ασφάλεια Συνόρων- Ασφάλεια Ημισφαιρίου- Αεροπορική και Πυραυλική Άμυνα- Εκσυγχρονισμός Πυρηνικών Συστημάτων- Κυβερνοάμυνα- Αντιτρομοκρατία.

Δεύτερον, η αποτροπή της Κίνας στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, με μια κρίσιμη διαφοροποίηση: ο στόχος είναι πλέον η «αποτροπή μέσω ισχύος και όχι μέσω αντιπαράθεσης», μια φρασεολογία που υποδηλώνει μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης και διαχείρισης του ανταγωνισμού, αντί για μια μετωπική σύγκρουση. Βασικοί άξονες: Διπλωματία βασισμένη στην Ισχύ- Άμυνα Άρνησης- Συμμαχικές Συνεισφορές- Δυνατότητα Παγκόσμιας Στρατιωτικής Επέμβασης.

Τρίτον, το έγγραφο απαιτεί ρητά από τους συμμάχους και τους εταίρους να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά τους, μια σαφής προειδοποίηση ότι η εποχή της άνευ όρων αμερικανικής «ομπρέλας ασφαλείας» πλησιάζει στο τέλος της. Βασικοί άξονες: Νέο Πρότυπο: Συνεισφορά 5% του ΑΕΠ- Η Ευρώπη αναλαμβάνει την κύρια ευθύνη του ΝΑΤΟ- Ενδυνάμωση του Ισραήλ και των Εταίρων του Κόλπου να ηγηθούν της αποτροπής του Ιράν- Η Νότια Κορέα εκτιμάται ότι είναι σε θέση να αναλάβει την κύρια ευθύνη για την αποτροπή της Βόρειας Κορέας.

Τέταρτον, δίνεται έμφαση στη δραστική ενίσχυση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανικής βάσης, μια κίνηση που υπηρετεί διπλό σκοπό: την εθνική αυτάρκεια και τη μείωση της εξάρτησης από ξένες, και εν δυνάμει εχθρικές, αλυσίδες εφοδιασμού. Βασικοί άξονες: Εθνική Κινητοποίηση- Επιστροφή των ΗΠΑ στο «κορυφαίο οπλοστάσιο του κόσμου»- Επανεπένδυση στην εγχώρια παραγωγή, ενδυνάμωση των καινοτόμων και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, αξιοποίηση της συμμαχικής βιομηχανικής ικανότητας

Αυτή η προσέγγιση συνοδεύεται από μια δριμεία κριτική στις προηγούμενες κυβερνήσεις, τις οποίες κατηγορεί ότι παραμέλησαν τα «πραγματικά συμφέροντα» του αμερικανικού λαού, επιδιδόμενες σε «μη ρεαλιστικές μεγαλόπνοες στρατηγικές». Η πιο ενδεικτική έκφραση αυτής της νέας φιλοσοφίας είναι η πανηγυρική αναβίωση του Δόγματος Μονρόε, με τη διακήρυξη: «Θα διασφαλίσουμε ότι το Δόγμα Μονρόε θα τηρείται στην εποχή μας». Η αναφορά σε στρατηγικούς κόμβους όπως η Γροιλανδία, η Διώρυγα του Παναμά και η Αρκτική, καθιστά σαφές ότι οι ΗΠΑ θεωρούν το Δυτικό Ημισφαίριο ως την αποκλειστική τους αυλή, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα σε ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ρωσία να περιορίσουν τις φιλοδοξίες τους στην περιοχή.

Η ΚΙΝΑ ΚΑΙ Η ΤΑΪΒΑΝ

Ίσως η πιο εντυπωσιακή και πολυσυζητημένη πτυχή της νέας στρατηγικής είναι η μεταβολή του τόνου απέναντι στην Κίνα. Σε πλήρη αντίθεση με την Αμυντική Στρατηγική του 2018 που χαρακτήριζε το Πεκίνο ως «αναθεωρητική δύναμη» και τη «μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ», η νέα προσέγγιση είναι αισθητά πιο συνδιαλλακτική. Ενώ αναγνωρίζεται η «ταχύτητα, η κλίμακα και η ποιότητα της ιστορικής στρατιωτικής συσσώρευσης» της Κίνας, το Πεντάγωνο δηλώνει ρητά ότι ο στόχος του «δεν είναι να κυριαρχήσει, να στραγγαλίσει ή να ταπεινώσει» την Κίνα. Αντιθέτως, η έμφαση δίνεται στην οικοδόμηση μιας «αξιοπρεπούς ειρήνης» και στην επίτευξη «στρατηγικής σταθερότητας» μέσω της διεύρυνσης των στρατιωτικών διαύλων επικοινωνίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απόλυτη σιωπή γύρω από το ζήτημα της Ταϊβάν είναι εκκωφαντική. Η λέξη «Ταϊβάν» δεν αναφέρεται ούτε μία φορά. Αυτή η παράλειψη είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς πηγές από το εσωτερικό του Πενταγώνου διέρρεαν στον Τύπο ότι αρχικά προσχέδια του εγγράφου περιείχαν σχετικές αναφορές, οι οποίες όμως αφαιρέθηκαν στην τελική έκδοση. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αποτέλεσμα μιας σκληρής εσωτερικής διαμάχης εντός της αμερικανικής κυβέρνησης. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές της σκληρής γραμμής στην εξωτερική πολιτική, με εκφραστή τον υφυπουργό Άμυνας Έλμπριτζ Κόλμπι, βασικό συντάκτη του κειμένου, πίεζαν για μια  γραμμή εστιασμένη στην «ανάσχεση της Κίνας». Από την άλλη, πιο μετριοπαθείς φωνές, όπως αυτή του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, επέμειναν στην αποδυνάμωση της επιθετικής ρητορικής για να διατηρηθούν οι οικονομικές σχέσεις. Η τελική απουσία της Ταϊβάν μοιάζει με μια συνειδητή επιλογή αποφυγής μιας άμεσης πρόκλησης προς το Πεκίνο, το οποίο, όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα, θεωρεί το ζήτημα της Ταϊβάν ως «τον πυρήνα των βασικών του συμφερόντων» και την «πρώτη κόκκινη γραμμή που δεν μπορεί να ξεπεραστεί στις σινο-αμερικανικές σχέσεις». Η Αμερική, με αυτή τη στρατηγική, μοιάζει να κάνει ένα προσεκτικό βήμα πίσω από αυτή την κόκκινη γραμμή, δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον του νησιού.

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Η στρατηγική σύμπτυξη των ΗΠΑ αναδιαμορφώνει δραματικά και το ευρωπαϊκό θέατρο ασφαλείας. Η Ρωσία, από πρωταρχική απειλή που ήταν για χρόνια στη ρητορική του ΝΑΤΟ, υποβαθμίζεται σε μια «επίμονη αλλά διαχειρίσιμη απειλή για τα ανατολικά μέλη του ΝΑΤΟ». Παράλληλα, διατηρείται η επισήμανση ότι η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο. Αυτή η αξιολόγηση αποτελεί ένα πλήγμα για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, που είχαν επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας άκρως επιθετικής και επικίνδυνης Ρωσίας. Το Πεντάγωνο, ουσιαστικά, στέλνει το μήνυμα στην Ευρώπη ότι η αντίληψή της για τη ρωσική απειλή είναι υπερβολική και ότι διαθέτει την «λανθάνουσα στρατιωτική ισχύ» για να την αντιμετωπίσει.

Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για την κρίση στην Ουκρανία. Η Στρατηγική υπονοεί σαφώς ότι η επίλυση της σύγκρουσης είναι πλέον πρωτίστως ευρωπαϊκή υπόθεση, με το έγγραφο να αναφέρει την ανάγκη η Ευρώπη να αναλάβει «μεγαλύτερη ευθύνη». Οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να παίζουν βασικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, αλλά διαφοροποιημένο από αυτόν του παρελθόντος. Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η μία οδός είναι η μαζική στρατιωτικοποίηση, μια δαπανηρή και πολιτικοστρατιωτικά επισφαλής επιλογή. Η άλλη είναι η αναζήτηση ενός νέου modus vivendi με τη Ρωσία, βασισμένου σε μια ρεαλιστική και ισότιμη σχέση. Η απόφαση ανήκει πλέον στις Βρυξέλλες, οι οποίες καλούνται να δράσουν χωρίς τις απόλυτες εγγυήσεις ασφαλείας της Ουάσινγκτον.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η νέα Εθνική Αμυντική Στρατηγική των ΗΠΑ είναι πολύ περισσότερα από ένα απλό έγγραφο πολιτικής. Είναι η πιστοποίηση του τερματισμού της εποχής της Pax Americana, μια έμμεση διακήρυξη του τέλους του μονοπολικού κόσμου. Με την εστίαση στην προστασία της αμερικανικής ηπείρου, την αποφυγή της άμεσης σύγκρουσης με την Κίνα και την πίεση προς τους συμμάχους να αναλάβουν τις τύχες τους, η Ουάσινγκτον μεταβαίνει από τον ρόλο του παγκόσμιου ηγεμόνα σε αυτόν μιας ισχυρής, αλλά πιο εσωστρεφούς και περιφερειακά εστιασμένης δύναμης, η οποία όμως έχει τις δυνατότητες να προστατεύσει τα στενά συμφέροντα της σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτός ο επαναπροσανατολισμός της αμερικανικής ισχύος δημιουργεί ένα γεωπολιτικό κενό, που αναπόφευκτα θα προκαλέσει αναταράξεις. Οι περιφερειακές δυνάμεις καλούνται πλέον να πλεύσουν σε αχαρτογράφητα νερά, όπου οι παλιές βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει. Για την Κίνα, η εξέλιξη αυτή μπορεί να προσφέρει μια ανάσα, για την Ταϊβάν προκαλεί υπαρξιακό άγχος, για τη Ρωσία δημιουργεί μια στρατηγική ευκαιρία και για την Ευρώπη αποτελεί ένα απότομο και ίσως ανεπιθύμητο ξύπνημα. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα, ασταθή και απρόβλεπτη φάση, όπου η μορφή μιας νέας πολυπολικής τάξης μένει να διαμορφωθεί, μέσα από τις συγκρούσεις ισχύος που τώρα ξεκινούν.

 

 

Geoeurope: Η ομάδα της γεωπολιτικής
+ posts