Στο σταυροδρόμι των παγκόσμιων ανακατατάξεων, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου του 2026 λειτούργησε ως ένας καθρέφτης που αντικατόπτριζε τις βαθιές ρωγμές στο οικοδόμημα της Ατλαντικής Συμμαχίας και την αγωνία της Ευρώπης μπροστά σε ένα αβέβαιο μέλλον. Το κεντρικό θέμα της διάσκεψης, η «καταστροφική πολιτική», δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια ευθεία βολή προς τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ. Η ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, σε αυτό το τεταμένο κλίμα, αποτέλεσε ένα γεγονός μεγάλης σημασίας, το οποίο όμως, παρά την επιφανειακή ανακούφιση που προσέφερε, δεν ήταν παρά ένα επικάλυμμα, που έκρυβε την πικρή γεύση μιας αμετάβλητης αμερικανικής στρατηγικής.
Η ατμόσφαιρα στο Μόναχο ήταν ήδη βαριά από την προηγούμενη χρονιά, όταν ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς είχε επιτεθεί μετωπικά στην Ευρώπη, κατηγορώντας την για παρακμή και υπονομεύοντας τις θεμελιώδεις αρχές της συμμαχίας. Έναν χρόνο μετά, οι Ευρωπαίοι ηγέτες, έχοντας πλέον αποδεχθεί την πραγματικότητα της προεδρίας Τραμπ, δεν περίμεναν εκπλήξεις, αλλά μάλλον μια επιβεβαίωση της ρήξης.
Να υπενθυμίσουμε ότι τον Νοέμβριο 2025, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δημοσίευσε μια νέα έκδοση της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, δίνοντας έμφαση στο «τεράστιο ιδεολογικό χάσμα» που έχει προκύψει μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των παραδοσιακών συμμάχων τους. Το έγγραφο ανέφερε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα «διπλό δίλημμα», με «το μερίδιο της ηπείρου στο παγκόσμιο ΑΕΠ να μειώνεται, αλλά αυτή η οικονομική ύφεση τώρα καλύπτεται από τον σοβαρό κίνδυνο μιας πολιτισμικής εξάλειψης (civilisational erasure)».
Σε αυτό το πλαίσιο, η ομιλία του Ρούμπιο λειτούργησε ως μια τακτική κίνηση «καλού αστυνομικού» απέναντι στον «κακό αστυνομικό» Βανς. Ο Ρούμπιο υιοθέτησε μια ρητορική αλλαγή 180 μοιρών, γεμάτη πολιτισμικές αναφορές, από τον Μπετόβεν και την Καπέλα Σιξτίνα, μέχρι τον καθεδρικό της Κολωνίας. Παρουσίασε μια εικόνα ταπεινότητας, φτάνοντας στο σημείο να αποκαλέσει την Αμερική «παιδί της Ευρώπης», μια φράση που απέσπασε ενθουσιώδη και παρατεταμένα χειροκροτήματα. Αυτή η χειρονομία προσέφερε μια στιγμιαία ανακούφιση. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια των ευγενικών λόγων, η ουσία της αμερικανικής πολιτικής παρέμενε αμετάβλητη. Οι κεντρικές απαιτήσεις των ΗΠΑ δεν είχαν αλλάξει, και η περιφρονητική στάση απέναντι σε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, την οποία ο Ρούμπιο αποκάλεσε «λατρεία του κλίματος», αποκάλυπτε ότι η συμφιλιωτική διάθεση ήταν απλώς επιφανειακή. Η απειλή του Τραμπ για κατάληψη της Γροιλανδίας, μιας περιοχής που ανήκει στη σύμμαχο του ΝΑΤΟ Δανία, είχε ήδη φέρει την Ευρώπη στα όριά της, καθιστώντας σαφές ότι η παλιά τάξη πραγμάτων είχε οριστικά τελειώσει.
Η απάντηση της Κάγια Κάλλας ήταν άμεση, αιχμηρή και πολυεπίπεδη. Απέρριψε κατηγορηματικά την ιδέα της ευρωπαϊκής παρακμής, τονίζοντας ότι η ελκυστικότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος παραμένει ισχυρή, όπως αποδεικνύεται από τις πολλές χώρες που εξακολουθούν να επιδιώκουν την ένταξή τους στην ΕΕ. Περνώντας στην αντεπίθεση, η Κάλλας αμφισβήτησε την ηθική ανωτερότητα των ΗΠΑ στο πεδίο των ελευθεριών, επισημαίνοντας με νόημα ότι, την ώρα που ο Ρούμπιο επέκρινε την Ευρώπη, οι ΗΠΑ κατατάσσονταν στην 58η θέση παγκοσμίως στην ελευθερία του Τύπου, την ίδια στιγμή που η πατρίδα της, η Εσθονία, βρισκόταν στη δεύτερη. Αυτή η σύγκρουση, ωστόσο, αποκτά το πλήρες της νόημα μόνο όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της εμφάνισης του Αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς στην ίδια διάσκεψη έναν χρόνο νωρίτερα.
Η «καθησυχαστική» φύση της ομιλίας του Ρούμπιο ήταν απολύτως σχετική: ήταν καθησυχαστική σε σύγκριση με τον εμπρηστικό και απροκάλυπτα επιθετικό λόγο του Βανς το 2025. Ο Βανς είχε προκαλέσει «παγωμένη σιωπή», επιτιθέμενος μετωπικά στις φιλελεύθερες ευρωπαϊκές αξίες και υποστηρίζοντας ότι η μεγαλύτερη απειλή για την ήπειρο δεν ήταν εξωτερική, αλλά οι «εσωτερικές απειλές» της λογοκρισίας και της ηθικής παρακμής. Η προσέγγισή του είχε κινηθεί στα όρια του απομονωτισμού, αμφισβητώντας την ίδια τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ. Αντίθετα, ο Ρούμπιο το 2026 παρουσιάστηκε ως «παιδί της Ευρώπης», τονίζοντας την κοινή κληρονομιά και προσφέροντας έναν δρόμο συνεργασίας, έστω και υπό αυστηρούς όρους.
Αυτή η συνειδητοποίηση ωθεί την Ευρώπη, με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς, προς την αναζήτηση της «στρατηγικής αυτονομίας». Η ιδέα, που κάποτε θεωρούνταν ένα απλό σύνθημα του Γάλλου Εμανουέλ Μακρόν, σήμερα εμφανίζεται ως επιτακτική ανάγκη. Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε εξωτερικές δυνάμεις για την ασφάλεια της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε στρέφουν την προσοχή τους πίσω στο Δυτικό Ημισφαίριο, είτε στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, καθιστώντας σαφές ότι η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης. Η Ευρώπη αντιλαμβάνεται αυτή τη σύγκρουση ως έναν πόλεμο που αφορά την ίδια την ύπαρξή της και είναι αποφασισμένη να στηρίξει την Ουκρανία, ακόμη και χωρίς την αμερικανική βοήθεια. Αυτή η κατάσταση αναγκάζει τις ευρωπαϊκές χώρες να κινηθούν προς την αυτάρκεια και την ανεξαρτησία. Αντικειμενικά, η Ευρώπη διαθέτει σημαντικές δυνάμεις σε διάφορους τομείς. Εάν καταφέρει να ενσωματώσει αυτές τις διάσπαρτες δυνάμεις και να δημιουργήσει μια συνεκτική οντότητα, η επίτευξη της στρατηγικής αυτονομίας δεν είναι αδύνατη. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία είναι εξαιρετικά χρονοβόρα. Εκτιμάται ότι σε μια δεκαετία, το τοπίο ασφαλείας στην Ευρώπη θα έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές, αποκαλύπτοντας τα αποτελέσματα αυτής της μεταμόρφωσης. Η απαισιοδοξία στην Ευρώπη τροφοδοτείται και από την οικονομική στασιμότητα. Το γερμανικό μοντέλο ευημερίας, που βασιζόταν σε τρεις πυλώνες – φθηνή ρωσική ενέργεια, αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και πώληση αυτοκινήτων υψηλής τεχνολογίας στην Κίνα – έχει καταρρεύσει πλήρως. Η Ευρώπη αισθάνεται να έχει χάσει την κατεύθυνσή της, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση της ανασφάλειας.
Στο επίκεντρο αυτής της παγκόσμιας αναδιάταξης βρίσκεται η Κίνα, η παρουσία της οποίας είναι πλέον πανταχού παρούσα και αναπόφευκτη. Η Δύση, και ειδικότερα η Ευρώπη, βλέπει συχνά τη διεθνή τάξη μέσα από έναν ναρκισσιστικό και συχνά αλαζονικό φακό, θεωρώντας ότι η «φιλελεύθερη διεθνής τάξη» που η ίδια δημιούργησε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί το μόνο ισχύον μοντέλο. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη δημιουργεί μια ψευδαίσθηση.
Η διεθνής τάξη είναι μια πολύ ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει την συνύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων, πολιτισμικών παραδόσεων και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Γεγονότα όπως η ανεξαρτητοποίηση/αποαποικιοποίηση 51 αφρικανικών χωρών, η σύγκρουση των δύο μπλοκ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και κυρίως, η άνοδος της Κίνας και δευτερευόντως της Ινδίας, αποδεικνύουν ότι η ιστορία δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα ενιαίο, φιλελεύθερο μοντέλο. Η περίοδος που θα μπορούσε να μοιάζει με τη «φιλελεύθερη τάξη» που περιγράφει η Δύση διήρκεσε στην πραγματικότητα μόνο για περίπου 15 χρόνια, από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έως την πλήρη άνοδο της Κίνας.
Η στάση της Ευρώπης απέναντι στην Κίνα έχει πλέον εισέλθει σε μια δεύτερη, πιο πραγματιστική φάση. Αρχικά, η Ευρώπη προσπάθησε να ασκήσει πίεση στην Κίνα για να πείσει τη Ρωσία να σταματήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία, μια απλοϊκή προσέγγιση που αγνοούσε την πολυπλοκότητα των σχέσεων. Όταν αυτή η στρατηγική απέτυχε, η Ευρώπη υιοθέτησε μια πιο ρεαλιστική στάση, με τους ηγέτες της να επισκέπτονται συλλογικά το Πεκίνο, εστιάζοντας πλέον στην ανάπτυξη της οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας. Οι ευρωπαϊκές διαμαρτυρίες για το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα κρίνονται ως ανούσιες από γεωοικονομική άποψη.
Εν κατακλείδι, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ανέδειξε μια δυσάρεστη αλήθεια: οι δεσμοί που ένωναν τον δυτικό κόσμο για δεκαετίες έχουν διαρραγεί, μάλλον ανεπανόρθωτα. Η συμφιλιωτική ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο ήταν απλώς μια εφήμερη χειρονομία, ανίκανη να καλύψει το χάσμα που έχει δημιουργηθεί. Η διατλαντική σχέση έχει υποστεί θεμελιώδη βλάβη, ωθώντας την Ευρώπη, έστω και απρόθυμα, στον δρόμο της στρατηγικής αυτονομίας. Η παλιά βεβαιότητα της αμερικανικής προστασίας έχει αντικατασταθεί από την αγωνία ενός αβέβαιου μέλλοντος, όπου η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση και τον ρόλο της σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο. Σε αυτό το νέο τοπίο, η άνοδος της Κίνας δεν είναι απλώς ένας παράγοντας, αλλά το κεντρικό γεγονός που διαμορφώνει τις νέες ισορροπίες, αναγκάζοντας τη Δύση να εγκαταλείψει τις ψευδαισθήσεις της και να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα που δεν ελέγχει πλέον.







