Ο πόλεμος εναντίον του Ιράν, η στάση της Τουρκίας προς τη Δύση και ο ρόλος της Ελλάδας

Pacta sunt servanda : “Οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται”

Marcus Tullius Cicero, (De Officiis 3.92)

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν την επιχείρηση «Επική Οργή /  Epic Fury», μια κοινή πολεμική επιθετική εκστρατεία (προληπτικός πόλεμος) αεροπορικών επιδρομών μέχρι σήμερα, που στοχεύουν σε μια σειρά καταστροφής πολιτικών, στρατιωτικών και βιομηχανικών ιρανικών στόχων από τις 28 Φεβρουαρίου 2026. Ακολούθησε μια ιρανική απάντηση, που περιλαμβάνει αντίποινα με επιθέσεις βαλλιστικών πυραύλων και επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον στόχων στο Ισραήλ και εναντίον αμερικανικών στόχων και ενεργειακών υποδομών κρατών στην περιοχή του Περσικού Κόλπου και της Μέσης Ανατολής (Κουβέιτ, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία, Ιράκ, Ιορδανία, Λίβανος, Κύπρος).

Η ΔΥΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ ΙΡΑΝ

Η Τουρκία, με την έναρξη του πολέμου, τόνισε ότι δεν θα συμμετέχει στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, ενώ δια του Προέδρου της επιζητά να καταστεί η Τουρκία διαμεσολαβητής με σκοπό την κατάπαυση των πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και να αντικαταστήσει το «κατεστραμμένο» Ιράν μετά τη λήξη του πολέμου, ως ηγέτιδα και κυρίαρχη πολιτική και στρατιωτική δύναμη στα ισλαμικά κράτη της Μέσης Ανατολής (σουνιτικό και σιιτικό Ισλάμ).

Η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων από τις 13 Μαρτίου και στη συνέχεια περιλαμβάνουν παράλληλα και την εκτόξευση τεσσάρων βαλλιστικών πυραύλων από το έδαφος του Ιράν που στόχευσαν την Τουρκία, όμως αυτοί αναχαιτίστηκαν από τα αντιβαλλιστικά συστήματα αεράμυνας κρατών – μελών (Κ-Μ) του ΝΑΤΟ. Ενώ το Ιράν αρνήθηκε επίσημα την σκόπιμη στοχοποίηση και απέδωσε αυτά τα περιστατικά σε τεχνικά ζητήματα, οι εξελίξεις καθιστούν την γεωγραφική έκθεση της Τουρκίας αναφορικά με τον πόλεμο άμεση και πολυδιάστατη: κίνδυνος μετανάστευσης, ενεργειακή ευπάθεια, εμπλοκή κουρδικών παραγόντων σε μια διευρυμένη σύγκρουση και απειλή της εδαφική της ακεραιότητας.

Η αρχική φάση του πολέμου καταδεικνύει ότι υπάρχουν δύο κύριοι κίνδυνοι για την Τουρκία σε αυτήν τη σύγκρουση, δηλαδή η απειλή της εδαφικής της ακεραιότητας και η κουρδική απειλή, που είναι αλληλένδετοι.

Η φύση της σχέσης της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ και η θέση της εντός του Οργανισμού διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο πιθανότατα θα εξελιχθούν αυτοί οι κίνδυνοι. Το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ χρησίμευσε ως η κύρια γραμμή άμυνας για την Τουρκία σε έναν πόλεμο, που θα μπορούσε να εξαπλωθεί σε όλη τη Μέση Ανατολή εγείρει το ερώτημα, εάν η Τουρκία θα πρέπει να επανεξετάσει την «αμφιλεγόμενη» σχέση της με τη δυτική δομή ασφαλείας, η οποία βασίζεται στην ένταξή της στο ΝΑΤΟ.

Τα συστήματα αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας του ΝΑΤΟ, που έχουν αναπτυχθεί τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο (πολεμικά πλοία από    Κ-Μ ΝΑΤΟ), όσο και τα συστήματα που η Τουρκία φιλοξενεί και ενσωματώνει ως μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στο έδαφός της, έχουν αναχαιτίσει μέχρι στιγμής τέσσερις ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Αυτή όμως δεν είναι μόνο μια συμβολική χειρονομία, αλλά και μια σημαντικά απτή επίδειξη των οφελών της ένταξης της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και του προσανατολισμού της προς τη Δύση. Έτσι λοιπόν, εν μέσω του συνεχιζόμενου πολέμου, το σύστημα της αντιπυραυλικής άμυνας του ΝΑΤΟ έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό στην υποστήριξη της τουρκικής ασφάλειας!

Αξίζει να σημειωθεί ότι το νεοαποκτηθέν ρωσικό σύστημα S-400 της Τουρκίας δεν χρησιμοποιήθηκε για την αναχαίτηση των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων. Αυτό υποδηλώνει ότι το σύστημα S-400 είτε δεν είναι πλήρως λειτουργικό είτε είναι «αποθηκευμένο». Έτσι, και οι δύο πιθανότητες αμφισβητούν τη λογική πίσω από την απόφαση της Τουρκίας να αγοράσει το ρωσικό σύστημα το 2019!

Παράλληλα, η απάντηση της Ιρανικής Πρεσβείας στην Άγκυρα, η οποία ισχυρίζεται ότι κανένας πύραυλος από το Ιράν δεν στόχευε την Τουρκία, καταδεικνύει τον αποτρεπτικό υπολογισμό του Ιράν. Οι ενέργειες του Ιράν, όπως η αναφερόμενη επίθεση στον εναέριο χώρο ενός μέλους του ΝΑΤΟ με πυραύλους και η επακόλουθη άρνηση της σκόπιμης δράσης, δείχνουν ότι το Ιράν έχει επιδιώξει να αποφύγει την υποκίνηση της Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) εναντίον του.

Οι δηλώσεις και οι ενέργειες του Ιράν αντικατοπτρίζουν έναν πολυεπίπεδο αποτρεπτικό υπολογισμό, που λαμβάνει άμεσα υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες: την μη ενεργοποίηση και εφαρμογή του άρθρου 5 περί συλλογικής άμυνας των Κ-Μ του ΝΑΤΟ, την παρουσία αμερικανικών υποδομών (πχ πυρηνικών όπλων) στην τουρκική αεροπορική βάση στο Ιντσιρλίκ, αλλά και τις ίδιες τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας.

Τελικά όμως, η ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ προσφέρει σε αυτήν απτή ασφάλεια και άμυνα. Η αναχαίτιση των τεσσάρων ιρανικών πυραύλων από το ΝΑΤΟ καταδεικνύει ότι η συλλογική αμυντική υποδομή είναι επιχειρησιακά αποτελεσματική και ότι η Τουρκία επωφελείται ουσιαστικά από αυτήν.

Από την άλλη πλευρά, η απόφαση του Τούρκου Προέδρου να αγοράσει το ρωσικό σύστημα  S-400 αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας και να το παραλάβει το 2019, παρά την αντίθεση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, ήταν αποτέλεσμα πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων: ενός θεμελιώδους στόχου για την επιβολή στρατηγικής «αυτονομίας» εντός μιας επίσημης Συμμαχίας, της επιμονής των τουρκικών αεροδιαστημικών βιομηχανιών στη μεταφορά τεχνολογίας και της εσωτερικής πολιτικής μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του 2016. Αυτοί οι παράγοντες επιδεινώθηκαν από τη ρωσική πίεση, μετά την κατάρριψη ενός ρωσικού στρατιωτικού αεροσκάφους από την Τουρκία και τις επακόλουθες ρωσικές οικονομικές κυρώσεις.

Η απόκτηση των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία είχε αφενός σημαντικό οικονομικό κόστος 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την τουρκική οικονομία και αφετέρου κόστος για την αντιαεροπορική και αντιβαλλιστική αεράμυνα για το κράτος. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της διαλειτουργικότητας, της ικανότητας και της εμπιστοσύνης εντός του ΝΑΤΟ και οδήγησε στην έξοδο της Τουρκίας από το πρόγραμμα αγοράς των 100 αμερικανικών αεροσκαφών F-35 (5ης γενεάς, αόρατα / stealth) και με εγχώρια αμυντική βιομηχανική συμμετοχή στην κατασκευή των, μια πιθανή πηγή σημαντικών εσόδων και μοντέρνων τεχνολογικών ωφελειών για τη χώρα. Όμως απορρίφθηκε η υπόψη αγορά λόγω της εφαρμογής του αμερικανικού Νόμου για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων (CAATSA), ο οποίος επιτρέπει στον Πρόεδρο των ΗΠΑ να εξαιρεί χώρες για την αγορά αμερικανικού αμυντικού εξοπλισμού, επειδή προέβησαν σε αντίστοιχη αγορά από τη Ρωσία ή άλλες χώρες, που έχουν υποστεί αμερικανικές κυρώσεις.

Επίσης, μία Τουρκία εξοπλισμένη με 100 αεροσκάφη F-35 θα μπορούσε ενδεχομένως να αποδυναμώσει το «ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα» του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Πρόσφατες δηλώσεις από το Ισραήλ έχουν θέσει την Τουρκία ως πιθανό περιφερειακό αντίπαλο. Στο μέλλον, οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας θα απαιτήσει την αντιμετώπιση των αναμενόμενων σοβαρών αντιρρήσεων του Ισραήλ.

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, Ισραήλ και ΗΠΑ – Ιράν έχει πλέον αποκρυσταλλώσει ένα υποκείμενο παράδοξο: Το σύστημα S-400, που απέκτησε η Τουρκία με υψηλό οικονομικό και πολιτικό κόστος παρέμεινε αδρανές, ενώ το ΝΑΤΟ αναχαίτισε ιρανικούς πυραύλους πάνω από το τουρκικό έδαφος.

Ταυτόχρονα, η άρνηση της Τουρκίας να χορηγήσει τις βάσεις της στις ΗΠΑ για χρήση εναντίον του Ιράν, ευθυγραμμίζεται με το δόγμα της (από το 2003 και μετά) περί  διατήρησης της «επιχειρησιακής της ανεξαρτησίας» εντός της Συμμαχίας, μια στάση που χαρακτηρίζεται ως «στρατηγική ασάφεια» στον τρέχοντα πολυπολικό και άναρχο κόσμο. Ενώ η «στρατηγική αυτονομία» την οποία επιδιώκει η Τουρκία έχει απτά κόστη, η θέση της στο ΝΑΤΟ την έχει προσφέρει αποτελεσματική αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας και, ως εκ τούτου, εκτιμάται ότι θα πρέπει να παραμείνει η βασική στρατηγική της χώρας προς τη Δύση και στο μέλλον.

Όμως, μια τέτοια «αυτονομία» έχει περιορισμούς. Όταν οι ιρανικοί πύραυλοι διέσχισαν τον τουρκικό εναέριο χώρο, τα συστήματα του ΝΑΤΟ τους αναχαίτισαν και όχι οι «αυτόνομες» συνεργασίες της Τουρκίας με τη Ρωσία ή την Κίνα. Αυτή η ασυμμετρία και τα γεγονότα στον πραγματικό κόσμο πιθανότατα θα προσελκύσουν την προσοχή των Τούρκων στρατηγικών σχεδιαστών, οδηγώντας σε μια σοβαρή επανεξέταση του διεθνούς προσανατολισμού της Τουρκίας (νατοϊκού/ευρωπαϊκού).

Η Τουρκία πρόκειται να φιλοξενήσει τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον  Ιούλιο του 2026. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος του Ιράν είναι πιθανό να διαμορφώσει την ατζέντα της και να ενισχύσει την επιρροή της Άγκυρας εντός της Συμμαχίας, ιδίως σε θέματα που κυμαίνονται από τις αμοιβαίες ευθύνες ασφαλείας και την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής έως τους όρους της συλλογικής άμυνας σε αμφισβητούμενες «Γκρίζες Ζώνες» [πχ Αιγαίο Πέλαγος, Ανατολική Μεσόγειος, Μέση Ανατολή, Βόρειος Αφρική και Μαύρη Θάλασσα (μετά τη διάλυση της πολυεθνικής ναυτικής δύναμης Black Sea Force από Κ – Μ της Μαύρης θάλασσας, ως συνέπεια της κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014)].

Επιπρόσθετα, η εξελισσόμενη σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν έχει αποκαλύψει και υποκείμενες εντάσεις στη σχέση Τουρκία-ΝΑΤΟ-ΗΠΑ, ιδίως όσον αφορά την κουρδική πολιτική. Η ανησυχία της Άγκυρας για την εμπλοκή κουρδικών ένοπλων ομάδων με έδρα το Ιράν και το Ιράκ στη σύγκρουση επιδεινώνεται από αναφορές, που υποδηλώνουν ότι από τις 4 Μαρτίου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα προχωρούσαν σε εξοπλισμό κουρδικών ομάδων για να αναπτύξουν μια εσωτερική αντιπολίτευση (χερσαία εμπλοκή) στο ιρανικό καθεστώς. Εάν αυτές οι αναφορές υλοποιηθούν, πιθανότατα θα επιδεινώσουν τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας και θα περιπλέξουν την διατλαντική εμπιστοσύνη. Ωστόσο, η υπόψη θέση αυτή των ΗΠΑ είναι πλέον ασαφής, λόγω εκτέλεσης πιθανών χερσαίων επιχειρήσεων σε νησιωτικό σύμπλεγμα (αερο-αποβατικών, αεροκίνητων και αποβατικών επιχειρήσεων) στα Στενά του Ορμούζ εναντίον του Ιράν.

Τα σαφή όρια της Άγκυρας για την κουρδική αυτονομία κοντά στα σύνορά της είναι σε μεγάλο βαθμό καλά εδραιωμένα, ειδικά δεδομένης της πρόσφατης συμφωνίας τους με την κουρδική αντιπολίτευση στην Τουρκία για αφοπλισμό. Η δηλωμένη προθυμία της αμερικανικής κυβέρνησης να συνεργαστεί με τις κουρδικές δυνάμεις στο Ιράν, χωρίς να συμβουλευτεί την Άγκυρα, ενώ βασίζεται σε υποδομές του ΝΑΤΟ σε τουρκικό έδαφος, θέτει τον Τούρκο Πρόεδρο σε ένα διαρθρωτικό αδιέξοδο: Ο νατοϊκός του σύμμαχος που του παρέχει υποδομές ασφαλείας για τη χώρα του, θα μπορούσε ταυτόχρονα να ενδυναμώνει δυνάμεις, που η ίδια η Άγκυρα τις θεωρεί ζωτικές υπαρξιακές απειλές για το κράτος της.

Τα υπόψη επεισόδια ευθυγραμμίζονται επίσης έντονα με αυτό που υποστηρίζουν διαχρονικά ακαδημαϊκοί της στρατηγικής, πολιτικοί και στρατιωτικοί: Οι επίσημες συμμαχίες με αμυντικές δεσμεύσεις παρέχουν μετρήσιμη αποτρεπτική αξία, ιδίως έναντι κρατών, που υπολογίζουν προσεκτικά τα όρια κλιμάκωσης! [Υπενθυμίζεται ο Πελοποννησιακός Πόλεμος,  η Αθηναϊκή Συμμαχία / Δήλου (υπό την ηγεσία της Αθήνας) και η Πελοποννησιακή Συμμαχία (υπό την ηγεσία της Σπάρτης), που ξεκίνησε το 431 π.Χ. και έληξε το 404 π.Χ. με τη νίκη των Σπαρτιατών και την ήττα των Αθηναίων].

Συμπερασματικά, η επιτυχία της στρατηγικής της Τουρκίας να μεταφράσει την τρέχουσα σύγκρουση σε μια διαρκή αμυντική αναδιάρθρωση με τη Δύση, εξαρτάται τόσο από την ικανότητά της να ενεργήσει γρήγορα, όσο και από την ικανότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να τηρήσει την αναφερόμενη συμφωνία για τον στρατιωτικό εξοπλισμό (F-35) της Τουρκίας.

H αμερικανική κυβέρνηση, μετά το τέλος του πολέμου εναντίον του Ιράν, ενδέχεται να ενθαρρύνει τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο να ηγηθούν των ισλαμικών κρατών για την περιφερειακή ασφάλεια στη Μέση Ανατολή αντί της αναθεωρητικής Τουρκίας και τονίζεται ότι τα παραπάνω είναι κράτη που αναγνωρίζουν την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΤΟ ΙΡΑΝ

H Ελλάδα κατέχει μια θέση αξιοσημείωτης γεωστρατηγικής σημασίας στο εξελισσόμενο τοπίο της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, μεταξύ του συνασπισμού των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.

Ο ρόλος της Ελλάδας ορίζεται από έναν συνδυασμό γεωπολιτικής θέσης του κράτους, συμμαχικών δεσμεύσεων, αμυντικών προτεραιοτήτων και οικονομικών συμφερόντων, ειδικά όσον αφορά στην ασφάλεια στη θάλασσα, λόγω της παγκόσμιας ναυτιλιακής δύναμής της.

Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές της Ελλάδας έγκειται στη φιλοξενία κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών. Η ναυτική και αεροπορική βάση στον κόλπο της Σούδας στην Κρήτη είναι από τις σημαντικότερες βάσεις προώθησης για τις δυνάμεις των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στη Μεσόγειο. Επιτρέπει την ταχεία ανάπτυξη, τον ανεφοδιασμό, τη συλλογή πληροφοριών και την υλικοτεχνική υποστήριξη για επιχειρήσεις που επεκτείνονται τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στη Μαύρη θάλασσα. Το έδαφός της διευκολύνει την προβολή ισχύος χωρίς να απαιτείται άμεση συμμετοχή της Ελλάδας σε εχθροπραξίες.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να συμμετάσχει σε επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Αυτή η αυτοσυγκράτηση αντανακλά τόσο τις εσωτερικές πολιτικές σκέψεις, όσο και την αναγνώριση ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις δικές της προκλήσεις ασφαλείας, ιδίως σε σχέση με τις εντάσεις με την Τουρκία στο Αιγαίο Πέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα έχει υιοθετήσει μια αμυντική στάση, που στοχεύει στον μετριασμό των δευτερογενών επιπτώσεων από έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο. Αυτό περιλαμβάνει την ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας, του Πολεμικού Ναυτικού, των συστημάτων αεράμυνας (Ασπίδα Αχιλλέα), την αύξηση των ναυτικών περιπολιών και την αυξημένη ετοιμότητα των Ενόπλων της Δυνάμεων. Η προστασία κρίσιμων υποδομών, ιδίως στρατιωτικών βάσεων, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν στρατηγικοί στόχοι, αποτελεί πλέον κεντρική μέριμνα.

Ο ρόλος της Ελλάδας στην υπεράσπιση της Κύπρου, κατά την μέχρι τώρα διάρκεια του πολέμου του Ιράν (έναρξη Φεβ 2026), αντανακλά έναν σύνθετο συνδυασμό ιστορικών δεσμών (Ελληνισμός), στρατηγικού δόγματος [Ενιαίος Αμυντικός Χώρος (EAX) από το 1993-2009 και Διαρθρωμένη Αμυντική Συνεργασία – Συνθήκη της Λισαβώνας της ΕΕ από το 2010-2026], περιφερειακών ανησυχιών για την ασφάλεια και ευρύτερων γεωπολιτικών ευθυγραμμίσεων.

Αν και η Αθήνα έχει επίσημα υποστηρίξει ότι δεν συμμετέχει στην εμπόλεμη πλευρά στη σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών – Ισραήλ, οι ενέργειές της σε σχέση με την Κύπρο καταδεικνύουν μια σαφή δέσμευση για αποτροπή (εκτεταμένη αποτροπή / extended deterrence και αποτροπή δια της τιμωρίας / deterrence by punishment), άμυνα (αυτοάμυνα Άρθρο 51 του ΟΗΕ) και περιφερειακή σταθερότητα.

Κατά την πολεμική σύγκρουση των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, η Κύπρος εκτέθηκε άμεσα σε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη που συνδέονται με το Ιράν (Χεζμπολάχ Λιβάνου : στα αραβικά «Κόμμα του Θεού»), που στόχευσαν τις βρετανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί, συμπεριλαμβανομένης μιας βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι.

Αυτές οι εξελίξεις σηματοδότησαν μια σημαντική κλιμάκωση, καθώς η Κύπρος, ένα κράτος – μέλος της ΕΕ, βρέθηκε εντός της επιχειρησιακής εμβέλειας των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή. Σε απάντηση, η Ελλάδα κινήθηκε άμεσα, με ταχύτητα και πρώτη από όλα τα άλλα Κ-Μ της ΕΕ με αντικειμενικό σκοπό να ενισχύσει την κυπριακή άμυνα, σηματοδοτώντας τόσο την αλληλεγγύη όσο και τη στρατηγική της αποφασιστικότητα.

Σημειολογικά, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ / Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας) και το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Δημήτριος Χούπης) ανέπτυξαν ναυτικές δυνάμεις, όπως την υπερσύγχρονη φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» κλάσης FDI και την φρεγάτα «ΨΑΡΑ», για να παρέχουν κάλυψη αεράμυνας και αποστολές θαλάσσιας ασφάλειας. Αυτές οι ναυτικές πλατφόρμες μάχης είναι εξοπλισμένες με εξελιγμένα συστήματα (αντι-drones, πυροβόλα, σύγχρονα ραντάρ και α/α πυραύλους) ικανά να αναχαιτίζουν εναέριες απειλές, ενισχύοντας έτσι την ικανότητα της Κύπρου να αντέχει σε επιθέσεις από μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους. Εκτός από τις ναυτικές δυνάμεις, η Ελλάδα έστειλε και 4 σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη F-16 Viber στο νησί, συμβάλλοντας στην αστυνόμευση του αέρα (air-policing) και στις δυνατότητες ταχείας αντίδρασης.

Επιπλέον, η Ελλάδα μετέφερε συστήματα αεράμυνας πυραύλων Patriot και πολεμικών αεροσκαφών, σε στρατηγικές της τοποθεσίες με στόχο τη δημιουργία μιας πολυεπίπεδης αμυντικής αρχιτεκτονικής στη Βόρεια Ελλάδα, το Αιγαίο Πέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο με αντικειμενικό σκοπό τη διαφύλαξη του εδάφους της και των κρίσιμων υποδομών της από πιθανές επιπτώσεις της σύγκρουσης, αλλά και της Βουλγαρίας (Κ-Μ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ).

Παρά αυτές τις στρατιωτικές ενέργειες, η ελληνική κυβέρνηση έχει επισημάνει επανειλημμένα τον αμυντικό χαρακτήρα της εμπλοκής της, τονίζοντας ότι «η Ελλάδα δεν εμπλέκεται στον πόλεμο με κανέναν τρόπο (Έλληνας Πρωθυπουργός)» και ότι η αποστολή της στην Κύπρο στοχεύει στην πρόληψη απειλών και στην εξασφάλιση της ασφάλειας ενός ανεξάρτητου κράτους – μέλους της ΕΕ (εφαρμογή του Άρθρου 42-7 της Συνθήκης της Λισαβώνας της ΕΕ, περί αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής).

Στη συνέχεια, ορισμένα Κ-Μ της ΕΕ (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία, Ολλανδία) ακολούθησαν τη στρατιωτική στρατηγική της Ελλάδας και προέβησαν στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων για την υπεράσπιση της Κύπρου σε ένα μοντέλο εθελοντικής συλλογικής αλληλεγγύης και στρατηγικής αυτοσυγκράτησης.

Σε αντίθεση με μια παραδοσιακή στρατιωτική συμμαχία, όπως το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει πλήρως ενοποιημένη αμυντική δομή. Παρ’ όλα αυτά, η κρίση στην Κύπρο έχει καταδείξει πώς τα κράτη – μέλη μπορούν να δράσουν από κοινού (συλλογικά, πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά) για να προστατεύσουν ένα άλλο κράτος μέλος που απειλείται. Ενώ η ΕΕ δεν διαθέτει ένα πλήρως ολοκληρωμένο αμυντικό σύστημα, η κρίση απέδειξε την ικανότητά της να ενεργεί εθελοντικά συλλογικά για την υποστήριξη ενός κράτους μέλους που απειλείται. Η άμυνα της Κύπρου έχει χαρακτηριστεί ως «συλλογική ευρωπαϊκή ευθύνη» από τον Γάλλο Προέδρο!

Ωστόσο τονίζεται ότι για πρώτη φορά στην ΕΕ, η Γαλλία ζήτησε την           ενεργοποίηση και τη βοήθεια από τα K-M, βάσει του άρθρου 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 2015. Ακολούθησαν συνεχείς διμερείς συζητήσεις μεταξύ της Γαλλίας και των κρατών-μελών της ΕΕ, κυρίως μεταξύ των Γάλλων πρέσβεων και των εθνικών αρχών (Υπουργοί Εξωτερικών, Υπουργοί Άμυνας, Πρωθυπουργοί) στις αντίστοιχες πρωτεύουσες, σχετικά με το είδος της παρεχόμενης βοήθειας. Τελικά, μόνο η Βρετανία και η Γερμανία παρείχαν αεροπορική υποστήριξη, ενώ τονίζεται ότι οι αεροπορικές επιδρομές της βρετανικής RAF εναντίον του IISS πραγματοποιήθηκαν αμέσως μετά την ψηφοφορία του βρετανικού Κοινοβουλίου στις 02 Δεκεμβρίου 2015! Δηλαδή μετά από 45 ημέρες έντονων και συνεχών ευρωπαϊκών διαβουλεύσεων!

Ωστόσο, στο ζήτημα περί αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής προς την     Κύπρου δεν διεξήχθη κάτι ανάλογο, αλλά φαίνεται ότι τα υπόψη Κ-Μ της ΕΕ προβήκαν σε στρατιωτική συνδρομή κυρίως για να προβάλλουν εμμέσως την αλληλεγγύη τους προς τη Δανία για το θέμα της Γροιλανδίας και τη συνοχή τους στην τρέχουσα μεγάλη αντιπαλότητα στο ΝΑΤΟ με τις ΗΠΑ!

Το άρθρο 42 (7) της Συνθήκης της ΕΕ αναγνωρίζει το διαφοροποιημένο χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών-μελών και ως εκ τούτου αναγνωρίζει σιωπηρά τη δυνατότητα και για μη-στρατιωτική βοήθεια, δηλαδή απλά ως βοήθεια με τη μορφή πολιτικής ή και οικονομικής υποστήριξης. Ωστόσο, τα κράτη-μέλη οφείλουν να συνδράμουν προς το αμυνόμενο κράτος, υπάρχει νομική δέσμευση και οφείλουν να συνδράμουν «με όλα τα μέσα, δηλαδή διπλωματικά, διοικητικά, τεχνικά, αλλά και στρατιωτικά.

Παρόλα αυτά, η ΕΕ ως θεσμός, δεν διαθέτει, ακόμη τουλάχιστον, στρατιωτικά μέσα, δηλαδή Ευρωπαϊκό Στρατό, πλην των EU Battlegroups (EU- BG) τα οποία συγκροτήθηκαν το 2005 για ειρηνευτικές-ανθρωπιστικές αποστολές, τις γνωστές ως «Petersberg Tasks».

Το σημαντικό συμπέρασμα είναι πως για την ενεργοποίηση του άρθρου 42 (7) της Συνθήκης της ΕΕ, όπως αυτό ισχύει μέχρι σήμερα, σχεδόν τα πάντα θα εξελιχτούν σε διμερές επίπεδο μεταξύ των κρατών-μελών στην ΕΕ. Δεν θα ξεκινήσει καμία αποστολή στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (CSDP). Η ΕΕ θα ενεργήσει μόνο ως «διαμεσολαβητής». Συνεπώς απαιτείται βούληση και συναίνεση (ομοφωνία ή πλειοψηφία?) για επαναδιαπραγμάτευση του!

Ένα ζήτημα είναι σίγουρο: το άρθρο 42 (7) της Συνθήκης της ΕΕ δεν σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ μπορεί να υποχρεωθούν να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις ή να στείλουν στρατό παρά τη θέλησή τους. Εάν το άρθρο 42 (7) αφορά πραγματικά την αμοιβαία άμυνα,  σχετικά με την πολεμική πορεία της ΕΕ, τότε σίγουρα θα πρέπει να αποφασίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, διότι εάν η κήρυξη πολέμου δεν αφορά τον καθορισμό της γενικής πολιτικής κατεύθυνσης της Ένωσης, τότε τι είναι;

Συνεπώς, η υπόψη εφαρμοσμένη στρατηγική της Ελλάδας προς την Κύπρο είναι κρίσιμη, καθώς αντικατοπτρίζει την προσπάθειά της να εξισορροπήσει τις δεσμεύσεις της για την ασφάλεια με μια ευρύτερη πολιτική αποφυγής άμεσης εμπλοκής στη σύγκρουση με το Ιράν. Η στάση της ευθυγραμμίζεται με την παραδοσιακή της έμφαση στο διεθνές δίκαιο, την αποκλιμάκωση και τις διπλωματικές λύσεις.

Ταυτόχρονα, οι ενέργειες της Ελλάδας δεν μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητές, χωρίς να ληφθούν υπόψη και οι διμερείς στρατηγικές – αμυντικές της  συνεργασίες. Την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα έχει εμβαθύνει την αμυντική της συνεργασία τόσο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και με την Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και την Ινδία λόγω των κοινών ανησυχιών για την περιφερειακή αστάθεια την Ανατολική Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Αυτές οι σχέσεις έχουν ενισχύσει τις στρατιωτικές δυνατότητες και τη διαλειτουργικότητα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, επιτρέποντάς τους να ανταποκρίνεται πιο αποτελεσματικά στις αναδυόμενες απειλές, (πχ από σμήνη μη επανδρωμένων αεροχημάτων (αυτοκτονίας), βαλλιστικών πυραύλων, κυβερνο-επιθέσεων, υβριδικών απειλών κλπ, στο πολυχωρικό πεδίο της ένοπλης σύγκρουσης, δηλαδή ξηρά, θάλασσα, αέρας, διάστημα, κυβερνοχώρος και ηλεκτρομαγνητικό φάσμα).

Μια άλλη πρόκληση έγκειται στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, ιδίως στις σχέσεις με την Τουρκία. Η Ανατολική Μεσόγειος χαρακτηρίζεται ήδη από εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σχετικά με τις «Γκρίζες Ζώνες» στο Αιγαίο Πέλαγος, τα θαλάσσια σύνορα (ΑΟΖ), τους ενεργειακούς πόρους και την ίδια την Κύπρο. Η στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στην Κύπρο, ακόμη και σε απάντηση σε εξωτερικές απειλές, αντιμετωπίζεται με καχυποψία από την Τουρκία, που ενδεχομένως να επιδεινώσει τις διμερείς σχέσεις και τις υπάρχουσες διαφορές. Όμως, πρέπει να γίνει κατανοητό από την Τουρκία ότι η Ελλάδα είναι statusquo κράτος και ο ρόλος της Ελλάδας στην υπεράσπιση της Κύπρου τέμνεται με ένα ευρύτερο σύνολο περιφερειακών δυναμικών, που εκτείνονται πέρα ​​από τον πόλεμο του Ιράν!

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης του 2026, στην οποία εμπλέκονται το Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και περιφερειακοί παράγοντες, έχει αναδιαμορφώσει το γεωπολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής. Αν και η Ελλάδα δεν είναι άμεσο εμπόλεμο μέρος σε αυτόν τον πόλεμο, η στρατιωτική της παρουσία στη Σαουδική Αραβία, την έχει τοποθετήσει σε μια σύνθετη στρατηγική θέση.

Η Ελλάδα ανέπτυξε Πυροβολαρχία «Patriot» στη Σαουδική Αραβία το 2021 στο πλαίσιο διμερούς αμυντικής συμφωνίας και η οποία παρατάθηκε έως το 2026.  Η αποστολή της έχει στόχο την προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, ιδίως εγκαταστάσεων που συνδέονται με τη Saudi Aramco, από επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (αρχικά από την Υεμένη). Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή αποτελεί πλέον και μέρος μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής για αεροπορική και πυραυλική άμυνα στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.

Τον Μάρτιο του 2026, τα ελληνικά συστήματα Patriot αναχαίτισαν δύο ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που στόχευαν πετρελαϊκές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας, πιθανώς διυλιστήρια στο Γιανμπού. Η αναχαίτιση ήταν επιτυχής, με την εξουδετέρωση και των δύο εισερχόμενων πυραύλων.

Αυτό το γεγονός σηματοδότησε την πρώτη επιχειρησιακή χρήση μάχης ελληνικών δυνάμεων στο πλαίσιο της σύγκρουσης με το Ιράν. Ενώ τεχνικά η συμπλοκή ήταν αμυντική, (αυτοάμυνα, άρθρο 51 ΟΗΕ), κατέδειξε την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας σε ενεργές στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός εμπόλεμης ζώνης. Η ελληνική κυβέρνηση τόνισε ότι η ενέργεια ήταν καθαρά αμυντική και δεν συνιστούσε συμμετοχή στον πόλεμο και ότι η αναχαίτιση εισερχόμενων πυραύλων είναι σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες εμπλοκής που διέπουν τα αμυντικά συστήματα.

Ωστόσο, αυτή η διάκριση αμφισβητείται από ορισμένους πολιτικά και στρατηγικά. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η εμπλοκή ιρανικών πυραύλων, ακόμα και αμυντικά, τοποθετεί την Ελλάδα σε αντίθεση με το Ιράν και διακινδυνεύει την εμπλοκή της στην ευρύτερη σύγκρουση.

Έτσι, ο ρόλος της Ελλάδας μπορεί να γίνει κατανοητός ως μια μορφή «περιορισμένης ή έμμεσης συμμετοχής», όπου ένα κράτος συμβάλλει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς να δηλώσει επίσημα συμμετοχή σε εχθροπραξίες. Η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο του Ιράν το 2026 αποτελεί ένα λεπτό παράδειγμα «σύγχρονης έμμεσης πολεμικής συμμετοχής». Η περίπτωση της Ελλάδας καταδεικνύει πώς οι σύγχρονες συγκρούσεις θολώνουν τα όρια μεταξύ ουδετερότητας και συμμετοχής, ειδικά όταν εμπλέκονται προηγμένα αμυντικά συστήματα και διεθνείς συμμαχίες.

Συμπερασματικά, ο ρόλος της Ελλάδας στην υπεράσπιση της Κύπρου κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιράν γίνεται καλύτερα κατανοητός ως μια πολυδιάστατη στρατηγική, που συνδυάζει την άμυνα, την αποτροπή, τη διπλωματία και τις διμερείς – πολυμερείς αμυντικές συμφωνίες.

Βασισμένη σε μακροχρόνιους ιστορικούς δεσμούς με τον Ελληνισμό και ένα κοινό αμυντικό δόγμα, η Ελλάδα έχει παράσχει απτή στρατιωτική υποστήριξη στην Κύπρο μέσω της ανάπτυξης ναυτικών και αεροπορικών μέσων. Ταυτόχρονα, έχει επιδιώξει να περιορίσει τη συμμετοχή της σε αμυντικά μέτρα, αποφεύγοντας την άμεση συμμετοχή στην ευρύτερη σύγκρουση με το Ιράν.

Η τρέχουσα  προσέγγιση της Ελλάδας καταδεικνύει τις προκλήσεις, που αντιμετωπίζουν πλέον μεσαία και μικρά κράτη στην αντιμετώπιση σύνθετων γεωπολιτικών κρίσεων, εξισορροπώντας την αλληλεγγύη και την αυτοσυγκράτηση σε ένα ολοένα και πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον. Ο ρόλος της Ελλάδας αντικατοπτρίζει μια πράξη εξισορρόπησης μεταξύ εθνικών συμφερόντων, δεσμεύσεων συμμαχιών και κινδύνων κλιμάκωσης σε ένα ολοένα και πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον (εσωτερική / εξωτερική εξισορρόπηση).

Τέλος, η Ελλάδα θα πρέπει να εφαρμόζει ρητά τη θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δίκαιου «Pacta sunt servanda : “Οι συμφωνίες (τα συμπεφωνημένα) πρέπει να τηρούνται”». Αποτελεί αξίωμα, που διέπει τις διεθνείς συμφωνίες εκ των οποίων οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται εκ μέρους των συμβαλλομένων θα πρέπει να τηρούνται. Η υπόψη λατινική έκφραση είναι παραλλαγμένη από τον Κικέρωνα: Pacta et promissa semperne servanda sint, (Marcus Tullius Cicero, De Officiis 3.92), ωστόσο, ως γενεσιουργός έννοια, δηλαδή ως η αρχή νομοθεσίας περί της υποχρεώσεως αυτών και τήρησης των συμφωνημένων συμβάσεων, βρίσκεται στους «Νόμους» του Πλάτωνα   (920 B-D)!

 

ΔΡ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ ΝΑΛΜΠΑΝΤΗΣ, ΥΠΤΓΟΣ Ε.Α.: Επιστημονικός Συνεργάτης και Λέκτορας στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Πάντειου Πανεπιστήμιου Αθηνών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βασίλης Νέδος. (2026). Οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία κατέρριψαν δύο ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους, https://www.kathimerini.gr/world/564133504/oi-ellinikoi-patriot-sti-saoydiki-aravia-katerripsan-iraniko-vallistiko-pyraylo/

Βασίλης Νέδος. (2026). Η διπλωματία των Patriot, https://www.kathimerini.gr/politics/amyna/564137353/i-diplomatia-ton-patriot/

Νίκος Δένδιας. (2026). Ατζέντα 2030: Ένοπλες Δυνάμεις 2030: Νέα Εποχή στην Εθνική Άμυνα, https://dendias.gr/kyvernitiko-ergo/ypourgeio-ethnikis-amynas/

Πολυχρόνης Ναλμπάντης (2020).Το άρθρο 42 (7) της Συνθήκης της ΕΕ και η αδυναμία στήριξης της Ελλάδας. GEOEUROPE, https://geoeurope.org/

(ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ)

ΤΟ ΒΗΜΑ. (2020). Tι σημαίνει Pacta sunt servanda, https://www.tovima.gr/2020/12/10/politics/ti-simainei-pacta-sunt-servanda/

Gallia Lindenstrauss. (2026). The War Turkey Did Not Want, https://www.inss.org.il/wp-content/uploads/2026/03/No.-2110.pdf

Kadir Yildirim. (2026). How the Iran War Is Reshaping Türkiye’s Western Orientation, https://www.bakerinstitute.org/expert/akadir-yildirim

Nalmpantis P. (ret. Maj. Gen). (2020). Hellenic Land Forces 2030: Maneuver and Network-Centric Warfare at the multi-domain operating environment. 3rd Land Forces Conference Proceedings. Athens: Hellenic Army General Staff.

Svante E. Cornell. (2026). Turkey on Iran: Gains, Risks, and Strategic Restraint, https://jinsa.org/wp-content/uploads/2026/03/Turkey-on-Iran-3.30.2026.pdf

Yaakov Lappin. (2026). The Second Iran War – The Turkish Angle, https://israel-alma.org/the-second-iran-war-the-turkish-angle/

Πολυχρόνης K. Ναλμπάντης (2024). Στρατιωτική Θεωρία και Στρατηγική: Οι Πόλεμοι της Ελλάδας 19ος – 20ός αιώνας. Εκδόσεις ΕΥΡΑΣΙΑ.

Δρ. Πολυχρόνης Κ. Ναλμπάντης
+ posts