Τι δεν ξέρουμε ακόμη για τον Κάθετο Διάδρομο

Το γεγονός ότι ο Κάθετος Διάδρομος βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή την αποπομπή Guilfoyle, αποτελεί ένδειξη ότι διακυβεύονται σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα, τα οποία δεν περιορίζονται μόνο στην ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης κατά το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα στην Ελλάδα.

Η γεωγραφική θέση της χώρας μας, οι υποδομές LNG και η διασύνδεσή της με χώρες της βαλκανικής χερσονήσου είναι αντικείμενο ανταγωνισμού. Κανείς δεν δύναται να αμφισβητήσει ότι η δυνατότητα να αποτελέσει βασική πύλη εισόδου φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη προσφέρει στη πατρίδα μας σημαντικές ευκαιρίες. Δεν εξασφαλίζει, όμως, αυτομάτως ούτε την εμπορική επιτυχία των σχετικών σχεδίων, ούτε τη μετατροπή της γεωγραφικής της θέσης σε διαρκή πολιτική και διαπραγματευτική ισχύ. Η ύπαρξη υποδομών και η πολιτική υποστήριξη ενός έργου δεν αρκούν για τη βιωσιμότητά του. Εάν το συνολικό κόστος μεταφοράς είναι υψηλό, οι εμπορικοί χρήστες θα αναζητήσουν εναλλακτικές επιλογές ανεξάρτητα από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις που εξυπηρετεί κάθε διαδρομή. Η επιτυχία θα κριθεί από τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα, τη διαθεσιμότητα, τις τιμές, τη διάρκεια των συμβολαίων και την αξιοπιστία των διασυνδέσεων.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ GUILFOYLE ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ

Τα δημοσιεύματα της Wall Street Journal για τον ρόλο της Kimberly Guilfoyle στην προώθηση συμφωνιών αμερικανικού LNG στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και για τις σχέσεις της με τον επιχειρηματικό όμιλο AKTOR και τον λομπίστα Χρήστο Μαραφάτσο, εγείρουν συγκεκριμένα ερωτήματα για τα όρια μεταξύ διπλωματικής εκπροσώπησης και προώθησης ιδιωτικών εμπορικών συμφερόντων. Στις 13 Οκτωβρίου 2026 η Guilfoyle ανακοίνωσε την αποχώρησή της από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, έπειτα από τις αποκαλύψεις και την αυξανόμενη πολιτική πίεση. Η ίδια αρνείται τις καταγγελίες.

Το ουσιαστικό ζήτημα για την Ελλάδα δεν είναι η προσωπική τύχη μιας Αμερικανίδας (κατά παραγγελία) διπλωμάτη, αλλά σε ποιο βαθμό η προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου συνδέθηκε με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων και εάν η ελληνική κυβέρνηση διαθέτει επαρκή εικόνα των προϋποθέσεων των όποιων συνεργασιών.

 

Η αμερικανική στρατηγική για την ενέργεια έχει ξεκάθαρο στόχο. Τον γνωρίζουμε. Την αύξηση των εξαγωγών αμερικανικού φυσικού αερίου και την ενίσχυση της παρουσίας των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή αγορά. Ο στόχος αυτός μπορεί να συμπίπτει με τις ελληνικές επιδιώξεις, δεν ταυτίζεται όμως αναγκαστικά με αυτές. Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως βασική πύλη εισόδου αμερικανικού LNG αλλά, η επιτυχία της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής στην ευρωπαϊκή αγορά δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη επιτυχίας και της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής.

Η ΤΟΥΡΚΙΑ, Η ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΟΔΟΥΣ

Στην εξίσωση θα πρέπει να προστεθεί η Τουρκία, η οποία επιδιώκει εδώ και χρόνια να ενισχύσει τον ρόλο της ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου. Η Άγκυρα διαθέτει υποδομές, διασυνδέσεις και πρόσβαση σε διαφορετικές πηγές προμήθειας, ενώ η κρατική εταιρεία BOTAŞ αποτελεί βασικό εργαλείο της τουρκικής ενεργειακής πολιτικής. Η στρατηγική της επιδίωξη είναι κι αυτή γνωστή. Η Τουρκία δεν θέλει να παραμείνει απλώς θεατής των ενεργειακών εξελίξεων, αλλά να αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα επηρεασμού των ροών και των όρων με τους οποίους το φυσικό αέριο φτάνει στις ευρωπαϊκές αγορές.  Κάθε εξέλιξη που περιορίζει την αποκλειστικότητα ή τη σημασία της ελληνικής διαδρομής μπορεί να εξυπηρετεί τις τουρκικές επιδιώξεις, δεν αποτελεί όμως κάθε εναλλακτικό ενεργειακό σχέδιο προϊόν τουρκικού σχεδιασμού. Για να τεκμηριωθεί κάτι τέτοιο, απαιτούνται στοιχεία για τις συμφωνίες, τις υποδομές και τις πραγματικές εμπορικές ροές, όχι απλώς η διαπίστωση ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να ωφεληθεί.

Αντίστοιχη προσοχή απαιτούν η Αλβανία, η Ρουμανία και η Ουκρανία. Οι αναφορές σε επαφές της αμερικανικής Argent LNG με τη ρουμανική Transgaz, την ουκρανική Naftogaz και την αλβανική πλευρά αναδεικνύουν το ενδιαφέρον για εναλλακτικές διαδρομές προμήθειας και διανομής. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να μιλάμε για ολοκληρωμένο ανταγωνιστικό σχέδιο, ούτε οι επαφές αυτές, αν αληθεύουν, αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα πρόκειται να παρακαμφθεί.

Ποια σχέδια διαθέτουν εξασφαλισμένες ποσότητες, βιώσιμες τιμές, επαρκείς υποδομές, ασφάλεια, σταθερότητα και δεσμευμένους αγοραστές; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι κρίσιμη, καθώς η ελληνική διαδρομή υποχρεώνει επιτέλους τη χώρα μας να διασφαλίσει την κυριαρχική της ακεραιότητα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα παρά τις αντιλήψεις και τις… νουθεσίες συγκεκριμένων κύκλων των Αθηνών που δεκαετίες τώρα εγκλωβίζουν την πατρίδα μας σε μια εξωτερική και αμυντική πολιτική φοβική και αδιέξοδη.

Εάν η Ελλάδα θεωρήσει ότι η γεωγραφική αφετηρία του Κάθετου Διαδρόμου τής εξασφαλίζει διαρκή υπεροχή και ασφάλεια, κινδυνεύει να υποτιμήσει τον ανταγωνισμό. Εάν, αντίθετα, αντιμετωπίσει κάθε εναλλακτική ως εχθρική ενέργεια, κινδυνεύει να χάσει την ευελιξία που προσφέρουν οι συνθήκες και τη δυνατότητα όχι μόνον να συμμετάσχει αλλά και να πρωταγωνιστήσει σε ευρύτερα περιφερειακά σχήματα.

ΠΟΙΟΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

Οι ανταγωνιστές είναι ένα ζήτημα. Το ουσιαστικό, όμως, είναι ποιος καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους η χώρα συμμετέχει στο ενεργειακό παιχνίδι. Ποιοί διαμορφώνουν τις χρεώσεις μεταφοράς; Ποιοί αποφασίζουν για τους όρους πρόσβασης και διαθεσιμότητας; Ποιοί αναλαμβάνουν το εμπορικό ρίσκο εάν οι προβλεπόμενες ποσότητες δεν διακινηθούν ή αν οι αγοραστές περιορίσουν τις παραγγελίες τους; Υπάρχουν δεσμεύσεις που μεταφέρουν τον εμπορικό κίνδυνο σε φορείς με κρατική συμμετοχή; Και ποιοί καρπώνονται τελικά την υπεραξία που δημιουργείται;

Οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι αόριστες και γενικόλογες. Θα πρέπει να γνωρίζουμε συγκεκριμένα στοιχεία για τις συμβάσεις, τα τιμολόγια, τις δεσμευμένες ποσότητες και την κατανομή των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.

Η συζήτηση εκτείνεται αναπόφευκτα και στα επιχειρηματικά συμφέροντα που αναπτύσσονται γύρω από τις ενεργειακές συμφωνίες. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η εικοσαετής συμφωνία που εξασφάλισε η Atlantic SEE LNG Trade, κοινοπραξία του Ομίλου AKTOR (60%) και της κρατικής ΔΕΠΑ Εμπορίας (40%), με την αμερικανική Venture Global. Η συμφωνία συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του Κάθετου Διαδρόμου, ο οποίος παρουσιάζεται ως επανακαθορισμός του ενεργειακού χάρτη της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Οι εκτιμήσεις για σημαντικά κέρδη επιχειρηματικών ομίλων από αυτήν και η συμμετοχή της ΔΕΠΑ Εμπορίας καθιστούν αναγκαία τη διαφάνεια και τον ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο. Η επιχειρηματική δραστηριότητα αποσκοπεί στην παραγωγή κέρδους, αλλά η προσέλκυση επενδύσεων μπορεί και πρέπει να υπηρετεί την ανάπτυξη. Άλλο πράγμα οι επιχειρηματικές προσδοκίες και τελείως διαφορετικό το εθνικό όφελος.

Οι προβλέψεις για κέρδη σε βάθος εικοσαετίας από τη συμφωνία αυτή δεν αποτελούν εξασφαλισμένα έσοδα, διότι εξαρτώνται από αστάθμητους παράγοντες όπως οι τιμές, οι ποσότητες, η ζήτηση, οι όροι των συμβάσεων και ασφαλώς η διαθεσιμότητα των υποδομών. Μια συμφωνία μεγάλης ονομαστικής αξίας δεν σημαίνει ότι το σύνολο του ποσού θα εισρεύσει στην ελληνική οικονομία, ούτε ότι θα προκύψουν ανάλογα φορολογικά έσοδα, νέες θέσεις εργασίας ή χαμηλότερες τιμές ενέργειας για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Εδώ τίθεται και το ερώτημα της εξάρτησης. Η ενεργειακή αναβάθμιση μετατρέπεται σε εξάρτηση όταν η χώρα δεσμεύεται σε έναν κυρίαρχο προμηθευτή ή σε μακροχρόνιους όρους που δεν μπορεί να επαναδιαπραγματευτεί, όταν οι τιμές διαμορφώνονται αλλού και όταν τον κίνδυνο της αγοράς τον επωμίζεται το Δημόσιο. Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν συντρέχει κάτι από αυτά. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα, πριν κριθεί αν πρόκειται για αναβάθμιση ή για εξάρτηση.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη χρησιμοποιεί συστηματικά τη ρητορική ότι κάθε στρατηγικός και οικονομικός της σχεδιασμός είναι κοστολογημένος μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Αν είναι έτσι, τότε η διαφάνεια δεν είναι πρόβλημα γι’ αυτήν. Τα ερωτήματα αυτά δεν αμφισβητούν την ενεργειακή συνεργασία. Είναι οι προϋποθέσεις για να μπορεί μια κυβέρνηση να την υπερασπιστεί πειστικά ως εθνική στρατηγική.

ΤΟ ΜΕΤΡΗΣΙΜΟ ΕΘΝΙΚΟ ΟΦΕΛΟΣ

Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να ενισχύσει τη θέση της στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά. Θα πρέπει όμως να αναπτύξει την ικανότητα να διαμορφώνει τους όρους της συνεργασίας προς όφελός της και να μην αφήνεται στην καλή θέληση των σχεδιασμών τρίτων. Η ενεργειακή μας πολιτική οφείλει να στηρίζεται σε διαφανείς συμβάσεις, ανεξάρτητη αξιολόγηση των επενδύσεων και δημοσιοποίηση των πραγματικών οικονομικών ωφελειών. Απαιτείται σαφής διαχωρισμός μεταξύ δημόσιων στόχων και ιδιωτικών συμφερόντων, καθώς και συστηματική αξιολόγηση της εμπορικής ανταγωνιστικότητας του Κάθετου Διαδρόμου με βάση το πραγματικό κόστος μεταφοράς, τις ποσότητες και τις ροές.

Εάν το συνολικό κόστος καθιστά την ελληνική διαδρομή λιγότερο ελκυστική ή εάν οι προβλεπόμενες αποδόσεις δεν συνοδεύονται από επαρκείς εγγυήσεις για την ελληνική οικονομία, η κυβέρνηση οφείλει να επανεξετάσει τους όρους συμμετοχής της χώρας. Δεν αρκεί να υποστηρίζουμε ότι μια συμφωνία εξυπηρετεί ευρύτερους στρατηγικούς στόχους. Πρέπει να γνωρίζουμε και τι αποφέρει στην Ελλάδα, με ποιο κόστος και με ποιον κίνδυνο.

Ο Κάθετος Διάδρομος μπορεί και να μην αποδώσει τα αναμενόμενα. Η αξία του δεν θα κριθεί ούτε από τον αριθμό των συμφωνιών που ανακοινώνονται, ούτε από τις φωτογραφίες με ξένους αξιωματούχους ή την πολιτική προβολή, αλλά από την ικανότητά του να προσελκύει σταθερές εμπορικές ροές με ανταγωνιστικούς όρους. Η ενεργειακή αναβάθμιση της χώρας μας αποδεικνύεται από τους όρους με τους οποίους συμμετέχει στην αγορά και από το μετρήσιμο όφελος που εξασφαλίζει για την οικονομία και τους πολίτες μας. Όχι από τη θέση της στον χάρτη, ούτε από τα κέρδη που προβλέπονται για τρίτους.

Χρήστος Ι. Μωϋσίδης
+ posts