- ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η πρόσφατη και δραματική κλιμάκωση της σύγκρουσης στην Υεμένη, με αποκορύφωμα τις τρεις πολύνεκρες επιθέσεις των ανταρτών Χούθι μέσα σε διάστημα μίας μόλις εβδομάδας στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Ριάντ, απέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η κρίση αυτή δεν αποτελεί έναν απομονωμένο, τοπικό εμφύλιο πόλεμο. Οι επιθέσεις αυτές, οι οποίες κόστισαν τη ζωή σε τουλάχιστον 12 ανθρώπους και προκάλεσαν τον τραυματισμό 309 πολιτών διαφόρων εθνικοτήτων, εξέθεσαν ανεπανόρθωτα την ευθραυστότητα των αμυντικών δυνατοτήτων της Σαουδικής Αραβίας. Ταυτόχρονα, έπληξαν καίρια την καρδιά του φιλόδοξου οικονομικού, τουριστικού και κοινωνικού στρατηγικού σχεδίου «Vision 2030» του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, το οποίο βασίζεται στην προσέλκυση ξένων επενδυτών και τη μετατροπή του βασιλείου σε παγκόσμιο κόμβο. Με την αναγκαστική αναστολή λειτουργίας του αεροδρομίου και την εκτροπή των πτήσεων, οι Χούθι απέδειξαν ότι μπορούν να επιβάλουν ένα καθεστώς τρόμου στην καθημερινότητα της σαουδαραβικής πρωτεύουσας των 8 εκατομμυρίων κατοίκων.
Η Υεμένη έχει μετατραπεί πλέον στο νέο, κρίσιμο «διαπραγματευτικό χαρτί» της Τεχεράνης. Η κρίση αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια του ευρύτερου πολέμου με το Ιράν και των σκληρών, πλην όμως στάσιμων, διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η ιρανική πλευρά επιχειρεί να ασκήσει ασφυκτική πίεση εκεί όπου η αμερικανική ισχύς επιλέγει προσωρινά να παραμείνει θεατής. Η Ουάσιγκτον βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες των ενδιάμεσων εκλογών και την απροθυμία της να εμπλακεί σε έναν νέο ανοιχτό πόλεμο στη Μέση Ανατολή, την ίδια στιγμή που οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα και την άρση των κυρώσεων, βρίσκονται σε απόλυτο τέλμα.
- ΤΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ
Η στρατηγική απόφαση του Ιράν να μεταφέρει το κέντρο βάρους της περιφερειακής πίεσης στο μέτωπο της Υεμένης δεν ήταν τυχαία, αλλά προέκυψε από μια δομική γεωπολιτική μεταβολή: η παραδοσιακή του ικανότητα να πιέζει τη διεθνή κοινότητα μέσω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ, άρχισε να απομειώνεται. Μετά την κατάρρευση του μνημονίου συναντίληψης, οι Ηνωμένες Πολιτείες σε συνεργασία με το Ομάν, άνοιξαν μια νέα εναλλακτική θαλάσσια οδό έξω από το στενό πέρασμα. Μέσω αυτού του νέου διαύλου και υπό τη συνεχή στρατιωτική συνοδεία και προστασία των αμερικανικών δυνάμεων, η ροή του πετρελαίου από τις χώρες του Κόλπου αποκαταστάθηκε εν μέρει, φτάνοντας να προσεγγίζει τα 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Η καθημερινή ship-to-ship μεταφόρτωση αργού πετρελαίου στον Κόλπο του Ομάν, σημείωσε αύξηση κατά 56% μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Αυτή η εξέλιξη επέτρεψε στην Ουάσιγκτον να υποβαθμίσει την κρίση του Ορμούζ, μετατρέποντάς την από ένα απόλυτο ιρανικό βέτο στην παγκόσμια ενέργεια, σε ένα διαχειρίσιμο στρατηγικό ρίσκο. Έχοντας αυτή την άνεση χρόνου, ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε την ιρανική πρόταση για «εκεχειρία επτά ημερών», η οποία ζητούσε την άρση του λιμενικού αποκλεισμού και των πετρελαϊκών κυρώσεων, με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Στενών. Με την αμερικανική οικονομική πίεση να παραμένει ενεργή, οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου κατέρρευσαν κατά 74% τον Αύγουστο, πέφτοντας στα μόλις 247.000 βαρέλια ημερησίως. Αντιμέτωπη με μια ραγδαία επιδεινούμενη εγχώρια οικονομία, ελλείψεις καυσίμων και τον άμεσο κίνδυνο κοινωνικών αναταραχών, η ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης αποφάσισαν να δώσουν το πράσινο φως για την επίθεση των Χούθι. Στόχος της ήταν να ανοίξει ένα νέο, δεύτερο μέτωπο πίεσης στα στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, απειλώντας τις εναλλακτικές εξαγωγικές οδούς της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
- ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΟΥ ΚΟΛΠΟΥ
Η κρίση αυτή φέρνει στην επιφάνεια το βαθύτερο και πιο εντυπωσιακό παράδοξο της σύγχρονης στρατιωτικής ιστορίας της περιοχής: την απόλυτη αδυναμία των κρατών του Κόλπου να μετατρέψουν τους τεράστιους οικονομικούς πόρους τους, σε πραγματική επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα στο στρατιωτικό πεδίο. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα του SIPRI, η Σαουδική Αραβία δαπάνησε το αστρονομικό ποσό των 83,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την άμυνά της το 2025. Αντίθετα, ο αμυντικός προϋπολογισμός του Ιράν κυμάνθηκε μόλις στα 7,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Παρά το γεγονός ότι το Ριάντ διαθέτει έναν προϋπολογισμό σχεδόν έντεκα φορές μεγαλύτερο από τον αντίπαλό του, αδυνατεί να υπερασπιστεί αυτόνομα την επικράτειά του και αναγκάζεται να ζητά επειγόντως την αμερικανική στρατιωτική συνδρομή.
Η ρίζα αυτής της αποτυχίας έγκειται στο γεγονός ότι οι εξοπλιστικοί προϋπολογισμοί των μοναρχιών του Κόλπου δεν σχεδιάζονται με καθαυτό επιχειρησιακά κριτήρια, αλλά εξυπηρετούν ευρύτερους πολιτικούς και διπλωματικούς στόχους. Η αγορά πανάκριβων και αναγνωρίσιμων οπλικών συστημάτων, όπως τα σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη F-35, λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής για την «αγορά» της αμερικανικής ασφάλειας και τη δεσμευτική εμπλοκή της Ουάσιγκτον με την επιβίωση των τοπικών καθεστώτων. Παράλληλα, οι εξοπλισμοί αυτοί τροφοδοτούν έναν έντονο ανταγωνισμό γοήτρου και status ανάμεσα στο Ριάντ, το Αμπού Ντάμπι και την Ντόχα, ο οποίος εκτείνεται από την πολιτική αεροπορία και τον τουρισμό, μέχρι τις στρατιωτικές προμήθειες.
Αντίθετα, ζωτικές αλλά «αόρατες» επενδύσεις, όπως η δημιουργία επαρκών αποθεμάτων πυρομαχικών, οι υποδομές εφοδιαστικής αλυσίδας, η θωράκιση των εγκαταστάσεων και η μακροχρόνια εκπαίδευση εγχώριου τεχνικού προσωπικού, παραμελούνται. Αυτό αναγκάζει τους στρατούς του Κόλπου να εξαρτώνται πλήρως από ξένους εργολάβους και συμβούλους, οι οποίοι σε περιόδους πραγματικής κρίσης γίνονται αναξιόπιστοι.
Επιπλέον, η ίδια η εσωτερική πολιτική δομή των αραβικών μοναρχιών, επιβάλλει έναν σκόπιμο θεσμικό κατακερματισμό των ενόπλων δυνάμεων σε παράλληλες δομές και εθνοφρουρές. Αυτό γίνεται για να διασφαλιστεί η προστασία του καθεστώτος από τον κίνδυνο στρατιωτικών πραξικοπημάτων, με άμεσο όμως κόστος την πλήρη κατάρρευση της ενιαίας διοίκησης, της ανταλλαγής πληροφοριών και της διαλειτουργικότητας των δυνάμεων στο πεδίο της μάχης.
- ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΥΕΜΕΝΗΣ: Η «ΑΥΤΟΕΚΠΛΗΡΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ» ΤΗΣ ΣΑΟΥΔΙΚΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ
Η ολοκληρωτική κατάρρευση της σχετικής σταθερότητας που είχε επιτευχθεί μέσω της εκεχειρίας του 2022 και του οδικού χάρτη του ΟΗΕ το 2023, υπήρξε το άμεσο αποτέλεσμα μιας σαουδαραβικής «αυτοεκπληρούμενης προφητείας». Μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν, το Ριάντ κυριεύτηκε από ανασφάλεια, θεωρώντας ότι η Τεχεράνη θα ανάγκαζε αργά ή γρήγορα τους Χούθι να χρησιμοποιήσουν την Υεμένη ως εφαλτήριο επίθεσης.
Έτσι, τον Ιούλιο, η Σαουδική Αραβία πήρε την απόφαση να ενεργήσει προληπτικά, επιτρέποντας στις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης να βομβαρδίσουν το ελεγχόμενο από τους Χούθι αεροδρόμιο της Σαναά, με την υποψία ότι μεταφέρονταν Ιρανοί σύμβουλοι. Η κίνηση αυτή άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, καθώς έδωσε στους Χούθι το τέλειο πολιτικό πρόσχημα να σκίσουν τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.
Οι Χούθι απάντησαν με μια κεραυνοβόλα και μαζική αντεπίθεση τον Σεπτέμβριο, η οποία σάρωσε τις κυβερνητικές δυνάμεις. Προελαύνοντας ταχύτατα προς τα νότια κατά μήκος της ακτογραμμής της Ερυθράς Θάλασσας, κατέλαβαν το στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Μόκα, θέτοντας υπό τον άμεσο έλεγχο τους την περιοχή γύρω από τα στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η κατάρρευση αυτή έφερε στο φως τις βαθιές παθογένειες του στρατιωτικού δικτύου που χρηματοδοτούσε το Ριάντ. Το Προεδρικό Ηγετικό Συμβούλιο (PLC) της Υεμένης αποδείχθηκε μια δομή που υπήρχε κυρίως στα χαρτιά, σαπισμένη από τη διαφθορά και τους χιλιάδες στρατιώτες «φαντάσματα» που είχαν εφεύρει οι διοικητές, για να καρπώνονται επιπλέον μισθούς.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε διότι τους προηγούμενους μήνες, η Σαουδική Αραβία, στην προσπάθειά της να μονοπωλήσει την επιρροή στην Υεμένη, είχε συγκρουστεί με τους νότιους αυτονομιστές (STC), αντιπάλους των Χούθι, αλλά και τη κυβέρνηση της Υεμένης PLC και είχε εξαναγκάσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σε πλήρη στρατιωτική αποχώρηση. Με τον τρόπο αυτό, το Ριάντ διέλυσε τη μοναδική πραγματικά ετοιμοπόλεμη και αποτελεσματική μαχητική δύναμη του αντι-Χούθι μετώπου, με αποτέλεσμα ο κυβερνητικός στρατός να τραπεί σε άτακτη φυγή προτού ξεκινήσουν οι απεγνωσμένες σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές για την ανακατάληψη του εδάφους.
- ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΩΝ
Η διαχείριση και η πιθανή επίλυση της κρίσης περιπλέκονται από έντονες εσωτερικές ρήξεις και αποκλίνοντα συμφέροντα στο εσωτερικό των δύο βασικών στρατοπέδων:
Στο στρατόπεδο του Ιράν και των Χούθι, υπάρχει το χάσμα της ατζέντας. Ενώ οι Φρουροί της Επανάστασης, υπό την καθοδήγηση του διοικητή της δύναμης Quds, Αμπντολρεζά Σαχλαΐ, πιέζουν τους Χούθι για έναν ολοκληρωτικό και τυφλό αποκλεισμό της ναυσιπλοΐας στα στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, οι Υεμενίτες αντάρτες αρνούνται να γίνουν απλά πιόνια. Οι Χούθι εστιάζουν στην εδραίωση της δικής τους εγχώριας νομιμότητας και εξουσίας. Επιθυμούν να αναγκάσουν τη Σαουδική Αραβία να πληρώσει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων τους και να τους δώσει δισεκατομμύρια σε πολεμικές αποζημιώσεις, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να προκαλέσουν ένα καταστροφικό πλήγμα από τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, στην Τεχεράνη εκδηλώνεται μια πολιτική Βαβέλ: ο μετριοπαθής Πρόεδρος Πεζεσκιάν και ο Υπουργός Εξωτερικών Αραγτσί προσπαθούν απεγνωσμένα μέσω Κατάρ να προωθήσουν διπλωματικές λύσεις για να αποφύγουν την πλήρη γεωπολιτική απομόνωση από τον Κόλπο, δεχόμενοι ταυτόχρονα τα πυρά των σκληροπυρηνικών μέσων ενημέρωσης των Φρουρών που χαρακτηρίζουν τις προσπάθειές τους «αφελή σφάλματα».
Στο στρατόπεδο των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας, υπάρχουν ασύμβατες προτεραιότητες. Η Ουάσιγκτον εφαρμόζει μια ψυχρή στρατηγική αναμονής (check-call). Καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές πλησιάζουν, η απόλυτη προτεραιότητα του Λευκού Οίκου είναι να κρατηθούν σταθερές οι τιμές των καυσίμων και να μην προκληθεί πανικός στις αγορές. Η πρόσφατη συμφωνία Τραμπ-Πούτιν για άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και η προμήθεια ρωσικών υδρογονανθράκων, εντάσσεται μέσα στην ίδια στρατηγική. Από τη στιγμή που οι Χούθι δηλώνουν δημόσια ότι «τα στενά δεν θα επηρεαστούν» και περιορίζουν τις επιθέσεις τους αποκλειστικά εντός της σαουδαραβικής επικράτειας, οι ΗΠΑ αρνούνται να σπάσουν τη δική τους εκεχειρία του 2025 με τους αντάρτες. Επιλέγουν να μην ξεκινήσουν νέο γύρο αεροπορικών επιδρομών, αφήνοντας το Ριάντ απομονωμένο να αντιμετωπίσει το κόστος της δικής του επιλογής.
- ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΑΟΥΔΙΚΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ
Σε αυτό το πλαίσιο της αμερικανικής απροθυμίας, η Σαουδική Αραβία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια «ασυμμετρία τρωτότητας»: οι δικές της συγκεντρωμένες και πανάκριβες υποδομές είναι πλήρως εκτεθειμένες σε φθηνά drones και πυραύλους, προκαλώντας τεράστια οικονομική αιμορραγία. Το Ριάντ είναι αναγκασμένο να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις εξαιρετικά προβληματικές κατευθύνσεις:
- Εμμονή στη Στρατιωτική Κλιμάκωση με βάση το PLC: Αυτή είναι η οδός που ακολουθεί αυτή τη στιγμή το Ριάντ, επιστρατεύοντας περίπου 100 μαχητικά αεροσκάφη. Η επιλογή αυτή στηρίζεται επιχειρησιακά από τη Βρετανία μέσω εναέριου ανεφοδιασμού και από τη Γαλλία μέσω της αποστολής στρατευμάτων για την προστασία των ενεργειακών υποδομών στο Γιανμπού, ενώ 30.000 Πακιστανοί στρατιώτες παραμένουν σε επιφυλακή στα μετόπισθεν. Ωστόσο, η χαμηλή μαχητική αξία του κυβερνητικού στρατού της Υεμένης, μετατρέπει αυτή την προσπάθεια σε έναν ατέρμονο και οικονομικά ασύμφορο πόλεμο φθοράς.
- Στροφή και Υποστήριξη των Νότιων Αυτονομιστών (STC): Αυτή η επιλογή θα προσέφερε στο Ριάντ μια πραγματικά αποτελεσματική και σκληροτράχηλη επίγεια δύναμη κρούσης απέναντι στους Χούθι. Όμως, το βασίλειο φοβάται ότι η ενίσχυση του STC θα οδηγούσε στην οριστική ανεξαρτητοποίηση της Νότιας Υεμένης, γεγονός που θα δημιουργούσε ένα νέο, ασταθές και ανεξέλεγκτο κράτος ακριβώς στα νότια σύνορά του, απειλώντας μακροπρόθεσμα τη δική του ασφάλεια.
- Διπλωματική Συνθηκολόγηση και Αποχώρηση: Το Ριάντ θα μπορούσε να επιλέξει την επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αποδεχόμενο όλους τους ταπεινωτικούς οικονομικούς και πολιτικούς όρους των Χούθι με αντάλλαγμα τον τερματισμό των επιθέσεων στο έδαφος του. Το μεγάλο ρίσκο εδώ είναι ότι, μια τέτοια κίνηση θα επέτρεπε την πλήρη και ανενόχλητη εδραίωση των Χούθι ως απόλυτων κυρίαρχων της Υεμένης, δίνοντάς τους τον χρόνο να επανεξοπλιστούν μέσω του ιρανικού δικτύου και να χτυπήσουν ξανά στο μέλλον με πολύ καλύτερους όρους.
- ΣΕΝΑΡΙΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΗΠΑ-ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ
Εάν η κατάσταση ξεφύγει από κάθε έλεγχο και η Ουάσιγκτον αποφασίσει τελικά να εγκαταλείψει τη στάση αναμονής, προχωρώντας σε κοινά στρατιωτικά πλήγματα με το Ισραήλ εναντίον των Χούθι, η γεωπολιτική και διπλωματική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής θα δεχόταν έναν ισχυρό κλυδωνισμό που θα εκδηλωνόταν σε τρία επίπεδα:
Το πρώτο επίπεδο αφορά τη στρατηγική απάντηση των Χούθι. Αν και η κατάσταση αυτή θα σήμαινε την καταστροφή των επιχειρησιακών υποδομών, των αποθηκών πυραύλων και των κέντρων διοίκησης των ανταρτών από την αμερικανική και ισραηλινή τεχνολογική υπεροχή, το πολιτικό αποτέλεσμα θα ήταν το αντίθετο. Οι Χούθι θα έβλεπαν το ιδεολογικό τους αφήγημα να επιβεβαιώνεται απόλυτα στα μάτια του πληθυσμού, εμφανιζόμενοι ως οι μοναδικοί αυθεντικοί υπερασπιστές του αραβικού και μουσουλμανικού εδάφους έναντι των «σιωνιστικών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων». Αντιδρώντας με μια λογική «όλα για όλα», θα προχωρούσαν στον άμεσο και ολοκληρωτικό αποκλεισμό των στενών Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, εξαπολύοντας εκατοντάδες drones αυτοκτονίας κατά των αμερικανικών πλοίων αλλά και κατά των ενεργειακών υποδομών της Σαουδικής Αραβίας, την οποία θα στοχοποιούσαν ως συνένοχη.
Το δεύτερο επίπεδο αφορά το «πάγωμα» των Σχέσεων Ριάντ – Ιερουσαλήμ: Σε αυτό το υποθετικό σενάριο, η Σαουδική Αραβία θα βρισκόταν σε μια εξαιρετικά άβολη θέση. Από τη μία πλευρά, θα ήταν ο σιωπηλός, παρασκηνιακά ωφελημένος, καθώς μια ξένη δύναμη θα αναλάμβανε να εξουδετερώσει τον χειρότερο εφιάλτη του «Vision 2030». Από την άλλη πλευρά, όμως, σε επίσημο διπλωματικό επίπεδο, το Ριάντ θα αναγκαζόταν να παγώσει επ’ αόριστον κάθε διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων του με το Ισραήλ. Η ηγεσία του βασιλείου δεν θα διέθετε την εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση να υπογράψει μια ιστορική συμφωνία προσέγγισης με το Ισραήλ, τη στιγμή που ισραηλινά μαχητικά βομβαρδίζουν μια αραβική χώρα, καθώς κάτι τέτοιο θα πυροδοτούσε μαζικές αντιδράσεις στο εσωτερικό του και σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο. Από την πλευρά του, το Ισραήλ θα επιβεβαίωνε την πάγια επιφυλακτικότητά του, όπως αυτή αποτυπώνεται στις αναλύσεις των δεξαμενών σκέψης του: ότι οι πλούσιες μοναρχίες του Κόλπου μπορούν να αποτελέσουν εξαιρετικούς οικονομικούς και πολιτικούς εταίρους, αλλά είναι εντελώς ανίσχυρες να λειτουργήσουν ως ένας αξιόπιστος περιφερειακός στρατιωτικός πυλώνας ασφαλείας. Στη περίπτωση αυτή, το Ριάντ θα είχε να αντιμετωπίσει και τις πιέσεις της Ουάσιγκτον, η οποία θα προωθούσε ως αντάλλαγμα για τη στήριξη, την υπογραφή από τη Σαουδική Αραβία, μιας «Συμφωνίας του Αβραάμ» με το Ισραήλ.
Το τρίτο επίπεδο αφορά την αποδόμηση της Συμφωνίας της Μέκκας. Η Συμφωνία Αμοιβαίας Άμυνας της Μέκκας θα οδηγούνταν σε ολοκληρωτική κατάρρευση και αδράνεια. Ήδη η απροθυμία των κρατών-μελών, όπως του Πακιστάν και της Τουρκίας, να εμπλακούν στην πρώτη γραμμή της Υεμένης για να προστατεύσουν τη Σαουδική Αραβία, έχει αποκαλύψει τη δομική αδυναμία αυτής της συμμαχίας. Μια ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ θα προκαλούσε ένα ανυπέρβλητο πολιτικό βραχυκύκλωμα: οι κυβερνήσεις της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ θα αποστασιοποιούνταν αμέσως από οποιοδήποτε κοινό αμυντικό πλαίσιο με το Ριάντ, προκειμένου να μην κατηγορηθούν από την κοινή γνώμη τους, ότι συμμετέχουν ή ανέχονται έναν «δυτικό-ισραηλινό άξονα» που στρέφεται κατά μουσουλμάνων.
- ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η παρούσα, εξαιρετικά σύνθετη φάση του εμφυλίου πολέμου στην Υεμένη προσφέρει μια τέλεια πρακτική επιβεβαίωση των βασικών αρχών της Θεωρίας των Διαπραγματεύσεων του Πολέμου του James Fearon. Η καθολική πληροφοριακή ασυμμετρία που επικράτησε-όπου οι ΗΠΑ υποτίμησαν την αντοχή του Ιράν, η Σαουδική Αραβία πίστεψε λανθασμένα ότι οι Χούθι δεν θα τολμούσαν να απαντήσουν, και το Ιράν υπέθεσε λανθασμένα ότι θα μπορούσε να ελέγξει απόλυτα τις ενέργειες των ανταρτών-οδήγησε σε μια σειρά από τραγικά στρατηγικά λάθη.
Αυτό το βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη καθιστά τη Ζώνη Πιθανής Συμφωνίας (ZOPA) πρακτικά ανύπαρκτη αυτή τη στιγμή. Καθώς η Σαουδική Αραβία στερείται ενός σαφούς, ρεαλιστικού ορισμού της στρατιωτικής «νίκης», η εμμονή της στη χρήση καθαρής στρατιωτικής βίας χωρίς μια συνοδεύουσα, συνεκτική πολιτική στρατηγική, δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα. Απλώς αναβάλλει προσωρινά την απειλή, όπως ακριβώς συνέβη και με τις προηγούμενες αποτυχημένες εκεχειρίες.
Εκτός εάν ενεργοποιηθεί ο ακραίος καταλύτης μιας κοινής, ανοιχτής στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ή μιας ολοκληρωτικής ιρανικής απόφασης για το κλείσιμο των θαλασσίων διόδων, η σύγκρουση στην Υεμένη είναι νομοτελειακά καταδικασμένη να παραμείνει εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση βίαιου, καταστροφικού, ελεγχόμενου αλλά απολύτως ατέρμονου τέλματος.







