Το στρατηγικό κενό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Κριτική παρατήρηση για τη Λιβύη, την αποτροπή και την ανάγκη εθνικού σχεδιασμού

Σύμφωνα με τη μακιαβελική σκέψη, ο σοβαρότερος κίνδυνος για έναν ηγέτη – και, κατ’ επέκταση, για έναν λαό ή μια χώρα – δεν είναι πάντα ο εξωτερικός εχθρός. Είναι συχνά οι ίδιες οι αυταπάτες του, τα πάθη του, η αδυναμία του να διαβάσει την πραγματικότητα και η έλλειψη στρατηγικής σκέψης.

Κάποια στιγμή θα πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για τις αποτυχίες της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Όχι μόνο για τα λάθη και τις αστοχίες της συγκυρίας, αλλά και, σε βάθος χρόνου, για την αδυναμία της χώρας να διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική και τις διεθνείς της σχέσεις με συνεκτικό, διαχρονικό και λειτουργικό σχεδιασμό.

Αυτή είναι μία κριτική, όχι μια γενική καταδίκη.

Αν πιάσουμε το νήμα από το 1989 και έπειτα – σχεδόν σαράντα χρόνια αναδρομής – θα διαπιστώσουμε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει να επιδείξει ορισμένες επιτυχίες, τις οποίες όμως ως επί πλείστον δεν κατόρθωσε να αξιοποιήσει στρατηγικά, με λάθη, καθυστερήσεις και  χαμένες ευκαιρίες να συσσωρεύονται.

Από το Σκοπιανό ζήτημα και την κρίση των Ιμίων, έως τη “Διακήρυξη των Αθηνών” και τα λεγόμενα “ήρεμα νερά”. Σε αρκετές περιπτώσεις, η πολιτική που ασκήθηκε δεν εξυπηρέτησε επαρκώς τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Η λίστα δεν τελειώνει εδώ. Να μιλήσουμε για το Κυπριακό; Για την Αλβανία; Για τα Βαλκάνια, όπου η επιρροή μας συρρικνώνεται; Για τη Ρωσία και τις βαθιά επιβαρυμένες σχέσεις μας μαζί της; Για την Κίνα; Για την ελάχιστη παρουσία μας στη Νοτιοανατολική Ασία, την Άπω Ανατολή και την Αφρική; Για το μεταναστευτικό; ή για τις επικοινωνιακές φούσκες, τις αυταπάτες και τις δομικές ελλείψεις του πολιτικού και διπλωματικού μας συστήματος;

Εύλογα, επομένως, τίθεται το ερώτημα: γιατί τόσες αποτυχίες; Γιατί τόσα λάθη; Γιατί δεν καταφέρνουμε να μετατρέψουμε ακόμη και τις επιμέρους επιτυχίες μας σε σταθερό στρατηγικό πλεονέκτημα;

Η απάντηση δεν είναι απλή, αλλά έχει έναν κοινό παρονομαστή. Έλλειψη οράματος και προσανατολισμού. Έλλειψη προτεραιοτήτων και αδυναμία συστηματικής ανάγνωσης των διεθνών εξελίξεων. Και, ακόμη χειρότερα, δεν έχουμε πάντα σαφή εικόνα της θέσης μας στον κόσμο, ενώ υποτιμούμε τις δυνατότητές μας.

Ποιά είναι, λοιπόν, η εθνική μας στρατηγική; Εθνική στρατηγική δεν είναι οι “κόκκινες γραμμές”, ούτε οι ρητορείες για εσωτερική κατανάλωση. Εθνική στρατηγική είναι η ικανότητα να απαντά κανείς σε τρία βασικά ερωτήματα:

  • Ποιά είναι τα μη διαπραγματεύσιμα συμφέροντα της χώρας;
  • Ποιά μέσα διαθέτει για να τα προστατεύσει;
  • Πώς συνδέει τη διπλωματία, τις συμμαχίες, την άμυνα, την οικονομία και την πληροφορία σε ένα ενιαίο σχέδιο;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο διπλωματικό. Είναι κυρίως πολιτικό και θεσμικό. Συγκεκριμένες αντιλήψεις, ιδεοληψίες και δογματισμοί έχουν εγκλωβίσει τη χώρα, επί δεκαετίες, σε μια εξωτερική και αμυντική πολιτική που συχνά υπήρξε φοβική και αδιέξοδη. Η μονότονη επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, χωρίς αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ και συνεπή αξιοποίηση των διαθέσιμων πολιτικών και οικονομικών μέσων, δεν αρκεί για την προστασία των εθνικών συμφερόντων.

Η συμπεριφορά μιας χώρας και ο σεβασμός των διεθνών κανόνων έχουν σημασία, αλλά δεν αρκούν. Το κύρος και η διαπραγματευτική ισχύς προκύπτουν από τον συνδυασμό νομιμότητας, συμμαχιών, διπλωματίας και πραγματικής δυνατότητας προβολής ισχύος.

Ούτε οι σύμμαχοι πρέπει να θεωρούνται δεδομένοι, ούτε η αποτροπή ενισχύεται όταν η χώρα δηλώνει με τρόπο αόριστο ότι αποκλείει κάθε ενδεχόμενο σύγκρουσης, ενώ ο αντίπαλος δοκιμάζει συνεχώς τα όρια. Η ειρηνική επίλυση των διαφορών πρέπει να παραμένει στόχος· δεν σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα μπορεί να αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν θα αντιδράσει σε πιθανή προσβολή των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Η αποτροπή δεν βασίζεται μόνο στα όπλα. Βασίζεται και στη σαφήνεια της πολιτικής βούλησης.

Με τις τρέχουσες εξελίξεις στην περιοχή μας, υπάρχει κίνδυνος να βαδίζουμε ήδη σε δρόμο χωρίς επιστροφή. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο η στρατιωτική ετοιμότητα, αλλά και η πολιτική, θεσμική και διπλωματική ανθεκτικότητα της χώρας. Θέλουμε να διαφυλάξουμε ακέραια τα κυριαρχικά μας δικαιώματα; Αν ναι, απαιτούνται μακρόπνοος σχεδιασμός και πολιτική ηγεσία ικανή να αναλάβει το κόστος των επιλογών της.

Η διπλωματία δεν ασκείται με ευχολόγια, αγκαλιές, φωτογραφίες και χαμόγελα. Ασκείται με σχέδιο, συστηματική παρουσία σε όλα τα πεδία και ισχύ. Προϋποθέτει κράτος που λειτουργεί, θεσμούς που επιβάλλουν κανόνες και ηγεσία που αναλαμβάνει ευθύνη.

Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελεί σοβαρό πολιτικό γεγονός, ανεξάρτητα από τα ζητήματα αντιπροσωπευτικότητας και νομιμοποίησης που εγείρονται. Δεν συνιστά, ωστόσο, αυτόματη απόκτηση νομικής ισχύος ούτε μεταβάλλει το διεθνές δίκαιο ή την κυριαρχική θέση της Ελλάδας. Η σημασία του έγκειται αλλού: επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία καλλιεργεί σχέσεις, παρουσία και επιρροή σε ένα πεδίο – τη Λιβύη και τη Βόρεια Αφρική – όπου η Ελλάδα, μετά το 2011, απέτυχε παταγωδώς να διατηρήσει σταθερή και αποτελεσματική στρατηγική παρουσία.

Δεν χρειάζεται να υποδείξω εγώ στην ελληνική κυβέρνηση κάθε λεπτομέρεια της πολιτικής που πρέπει να ασκήσει. Μπορώ όμως να πω ότι η χώρα χρειάζεται ένα ενιαίο πλαίσιο εθνικών επιδιώξεων και λήψης αποφάσεων. Ένα λειτουργικό Εθνικό Συμβούλιο Στρατηγικής, με πραγματικές αρμοδιότητες, σταθερή σύνθεση και θεσμική συνέχεια. Και, πρώτα απ’ όλα, απαιτείται επαναξιολόγηση της πολιτικής μας και εκπόνηση νέου σχεδίου για τη Λιβύη και τη Βόρεια Αφρική, ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και στενότερος συντονισμός με την ΕΕ, τις ΗΠΑ, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες της περιοχής.

Αν η ελληνική κυβέρνηση δεν αναλάβει τις ευθύνες της τώρα, το τίμημα δεν θα είναι απλώς μία ακόμη αποτυχία ή ένα ακόμη λάθος. Θα είναι η σταδιακή απώλεια της ικανότητας της χώρας να καθορίζει η ίδια το μέλλον της.

Η πατρίδα μας δεν είναι τσιφλίκι κανενός. Ανήκει στον ελληνικό λαό. Η προστασία των κυριαρχικών του δικαιωμάτων και της εθνικής του αξιοπρέπειας δεν μπορεί να θυσιάζεται στην πολιτική ανεπάρκεια, στον αυτοσχεδιασμό ή στη λογική της επικοινωνιακής διαχείρισης.

Χρήστος Ι. Μωϋσίδης
+ posts