Η ταυτοτική ανεπάρκεια της Τουρκίας: Από την παραποίηση της Ιστορίας στη γεωπολιτική
Πώς το κενό θεμελίωσης μετατρέπεται σε μηχανισμό ιστορικής και πολιτισμικής διαστρέβλωσης
Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν φαίνεται πως άνοιξε την όρεξη στους γείτονές μας, οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να διαστρεβλώνουν την Ιστορία. Πλήθος τουρκικών δημοσιεύσεων, τόσο στον Τύπο όσο και στα κοινωνικά δίκτυα, επιχειρούν να παρουσιάσουν τον Όμηρο ως… Τούρκο και την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά της Μικράς Ασίας ως «προαιώνιο ανατολιακό δημιούργημα». Οι αντιδράσεις σε αυτά τα δημοσιεύματα από την πλευρά μας ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό ένα γνώριμο μοτίβο. Ειρωνεία και ήπια χλεύη, χωρίς ωστόσο έντονο θυμό ή εκτεταμένη – ή έστω αποσπασματική – παράθεση ιστορικών πηγών για να αποδειχθεί το αυτονόητο. Όλα έχουν τη σημασία τους. Αν όμως αντιμετωπίσουμε το γεγονός αυτό ως ένα ακόμη γραφικό επεισόδιο της τουρκικής προπαγάνδας, χάνουμε την ουσία.
Οι τελευταίες εξελίξεις στο πεδίο των ελληνοτουρκικών, αν μη τι άλλο, αναδεικνύουν πως με την Τουρκία δεν μας χωρίζει μία και μόνη διαφορά. Δεν είναι μόνο η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ούτε τα ζητήματα που θέτει η Τουρκία όπως η αιγιαλίτιδα ζώνη, ο εναέριος χώρος ή η κυριαρχία ορισμένων νησιών και νησίδων. Κάτω από κάθε επιμέρους διένεξη – χωρικά ύδατα σήμερα, ιστορική αφήγηση αύριο, τα εντελβάις του Ολύμπου μεθαύριο – λειτουργεί ένα ενιαίο και βαθύτερο ρεύμα, το οποίο η περιστασιακή αντιμετώπιση κάθε νέου επεισοδίου αφήνει ανέγγιχτο. Για να το δει κανείς, πρέπει να σταματήσει να μετράει τα επεισόδια ένα προς ένα και να αναζητήσει το κοινό τους υπόστρωμα.
Και το υπόστρωμα αυτό δεν είναι απλώς ένα ερώτημα χωρίς απάντηση. Είναι ένα πρόβλημα θεμελίωσης που η τουρκική εθνική ιδεολογία δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει οριστικά, και η δυσκολία αυτή δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια της πολιτικής της ιστορίας. Είναι κεντρικό της χαρακτηριστικό. Δεν πρόκειται, βέβαια, για απουσία ταυτότητας. Η τουρκική εθνική ταυτότητα διαθέτει πραγματικές, ιστορικά συγκροτημένες πηγές – τη γλώσσα, την οθωμανική κληρονομιά, την ισλαμική παράδοση, τη μνήμη του λεγόμενου «Πολέμου της Ανεξαρτησίας», την κεμαλική κρατική παράδοση. Το πρόβλημα είναι πιο συγκεκριμένο. Πρόκειται για την αδυναμία θεμελίωσης μιας αποκλειστικά δικής της, αδιαμφισβήτητης ιστορικής συνέχειας στον χώρο της Ανατολίας. Η φυλετική καταγωγή δεν αρκεί από μόνη της γι’ αυτό, διότι είναι ετερόκλητη και μεσαιωνική σε σχέση με το βάθος χρόνου του εδάφους στο οποίο εγκαταστάθηκε. Η θρησκευτική ταυτότητα επίσης δεν αρκεί, επειδή είναι κοινή με δεκάδες άλλους λαούς του ισλαμικού κόσμου και άρα μη διακριτή. Το αποτέλεσμα είναι ένα κενό θεμελίωσης που η τουρκική διανόηση και η τουρκική κρατική ιδεολογία επιχειρούν να καλύψουν εδώ και έναν αιώνα, με μεθόδους που αλλάζουν πρόσωπο ανάλογα με το πεδίο, αλλά ακολουθούν μια επαναλαμβανόμενη λογική.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗΣ
Η γέννηση της τουρκικής εθνικής ταυτότητας ήταν προϊόν βίαιης, σχεδιασμένης κατασκευής μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το κενό που άφησε η απώλεια της οθωμανικής-ισλαμικής υπερεθνικής ταυτότητας έπρεπε να καλυφθεί γρήγορα, με υλικό που δεν προϋπήρχε ως λαϊκή αυτοσυνειδησία, αλλά κατασκευάστηκε εκ των άνω. Εθνικισμός δυτικού τύπου, επιβεβλημένος πάνω σε πληθυσμό χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία «τουρκικότητας» ως πολιτικής κατηγορίας και πολιτισμικού βιώματος.
Εδώ εντάσσεται η ιστορική γενεαλογία δύο θεωρητικών κατασκευασμάτων της δεκαετίας του 1930: η Türk Tarih Tezi (Τουρκική Ιστορική Θέση) και η Güneş Dil Teorisi (Θεωρία της Ηλιακής Γλώσσας). Δεν ήταν περιθωριακές ακαδημαϊκές υποθέσεις εργασίας, αλλά μια κρατική στρατηγική «αυτοχθονίας» ενδεδυμένη με επιστημονική φρασεολογία και ιστορικοφανή επιχειρήματα. Στόχος ήταν να αποδειχθεί ότι οι Τούρκοι δεν ήταν πρόσφατοι εισβολείς στην Ανατολία – όπως πράγματι, ιστορικά, ήταν – αλλά αυτόχθονες απόγονοι των πανάρχαιων πολιτισμών της περιοχής, των Χετταίων, των Σουμερίων, ακόμη και των πρώιμων ελληνικών πληθυσμών του Αιγαίου. Ένα κατασκευασμένο ψέμα, διδασκόμενο στα σχολεία ως ιστορική αλήθεια με ρητή εντολή του ίδιου του κράτους, σε μια χώρα όπου η αμφισβήτηση της επίσημης αφήγησης είχε – και εξακολουθεί να έχει – βαρύ πολιτικό κόστος. Η κατασκευή γενεαλογικής συνέχειας με τη γη ήταν πολιτική αναγκαιότητα, όχι επιστημονική περιέργεια. Μια νεοσύστατη εθνική ταυτότητα δεν μπορούσε να στηριχθεί στην ομολογία ότι μόλις πριν από εννιά αιώνες εγκαταστάθηκε σε ξένο έδαφος, ούτε βέβαια στην παραδοχή ότι η ιδρυτική πράξη της νέας κρατικής οντότητας σφραγίστηκε με το αίμα της γενοκτονίας των πραγματικών αυτοχθόνων της Μικράς Ασίας. των Ελλήνων και των Αρμενίων.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΜΑΛΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΙΣΛΑΜΙΣΜΟ: Η ΙΔΙΑ ΚΡΙΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Το ταυτοτικό αυτό κενό δεν έκλεισε ποτέ οριστικά, απλώς άλλαξε διαχειριστή. Ο κεμαλικός εθνολαϊκισμός, όταν εξαντλήθηκε ως πηγή νοήματος, άφησε πίσω του ένα κοσμικό οικοδόμημα κενό περιεχομένου που ο ισλαμισμός δεν άργησε να καταλάβει. Δεν πρόκειται για δύο αντίπαλα ρεύματα που η ιστορία έφερε σε σύγκρουση. Είναι δύο εκδοχές της ίδιας ανικανότητας να θεμελιωθεί μια ταυτότητα σε κάτι πραγματικό, που εναλλάσσονται στην εξουσία – ή και την μοιράζονται, όποτε η μία εξαντλεί την πειστικότητά της.
Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής εναλλαγή ρευστών ορίων ανάμεσα σε εθνικισμό και ισλαμισμό – δύο ιδεολογικά συστήματα που ανταγωνίζονται, αλλά και τρέφονται το ένα από το άλλο, γιατί κανένα δεν διαθέτει επαρκές δικό του υλικό για να σταθεί μόνο του.
Υπάρχει όμως και τρίτο μέτωπο, λιγότερο προφανές, αλλά εξίσου αποκαλυπτικό· το πολιτισμικό. Όταν ούτε ο εθνικισμός ούτε ο ισλαμισμός μπορούν να προσφέρουν πλήρη απάντηση στο ταυτοτικό ερώτημα, ανοίγεται χώρος για ένα φαινομενικά ηπιότερο, αλλά εξίσου λειτουργικό ρεύμα. Την οικειοποίηση του πολιτισμικού παρελθόντος της ίδιας της γης – συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού παρελθόντος της Ιωνίας.
Η ΔΥΣΗ ΩΣ «ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ» ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΑΣ
Το ρεύμα αυτό έχει όνομα: “Mavi Anadoluculuk” (Γαλάζιος Ανατολιανισμός). Εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950 και συνιστά εκδοχή του “Ανατολιανισμού” (Anadoluculuk) με ρίζες στον ύστερο οθωμανικό χρόνο. Η πλέον γνωστή μορφή της νεότερης εκδοχής συνδέεται με τον Cevat Şakir Kabaağaçlı, γνωστό με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο “ο Ψαράς της Αλικαρνασσού” (Halikarnas Balıkçısı). Η βασική θέση αυτού του ρεύματος ήταν πως η Ανατολία, η Μικρά Ασία δηλαδή, είναι ο πυρήνας των πολιτισμών, και ο ελλαδικός πολιτισμός ήταν ο επίγονος και όχι ο πρόδρομος του δυτικού κόσμου. Ο Όμηρος, η Σαπφώ, οι ελληνικές πόλεις της Ιωνίας γίνονται και παρουσιάζονται ως «ανατολιακό» υλικό.
Το Mavi Anadoluculuk δεν απέρριπτε τη Δύση. Την οικειοποιούνταν με μεγαλύτερη φιλοδοξία απ’ ό,τι ο απλός εθνικισμός θα τολμούσε. Επιχείρησε να καταστήσει την Ανατολία τη γενέτειρα της Δύσης και, κατ’ επέκταση, την Τουρκία κληρονόμο ενός πολιτισμού τον οποίο οι ίδιοι οι Τούρκοι ούτε δημιούργησαν ούτε συνέχισαν. Αντίθετα, κατέστρεψαν συστηματικά τα ίχνη του – πληθυσμούς, γλώσσα και μνημεία – στον ίδιο χώρο όπου τώρα διεκδικούν την ιστορική του πατρότητα. Αυτή η καταστροφική νοοτροπία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, καθώς το τουρκικό κράτος εξακολουθεί να αλλοιώνει ή να παραμελεί κάθε τι ελληνικό, διασώζοντας επιλεκτικά μόνο ό,τι μπορεί να αποφέρει οικονομικό κέρδος μέσω του τουρισμού.
Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο ότι το “Mavi Anadoluculuk” μοιράζεται το επίθετο με το μεταγενέστερο “Mavi Vatan” (Γαλάζια Πατρίδα), το γεωπολιτικό δόγμα θαλάσσιας ισχύος που καθορίζει σήμερα την τουρκική στάση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Μπορεί να έχουν διαφορετική γενεαλογία, το ένα διανοητικό και το άλλο μιλιταριστικό, αλλά μοιράζονται κάτι πολύ πιο βαρύ από μια σύμπτωση ονόματος. Την ίδια αδίστακτη λογική! Αφού η ταυτότητα ή το δικαίωμα δεν στέκουν στη φυλή, δεν στέκουν στη θρησκεία, δεν στέκουν στην όποια γραπτή συνθήκη, τότε στέκουν στην απλή διεκδίκηση – ό,τι βρίσκεται πάνω ή γύρω από αυτό το έδαφος γίνεται τουρκικό επειδή η Τουρκία το λέει, όχι επειδή κάτι το αποδεικνύει.
ΤΡΙΑ ΜΕΤΩΠΑ, ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ
Η τουρκική ταυτοτική ανεπάρκεια εκφράζεται συστηματικά σε τρία παράλληλα μέτωπα, με κοινή δομική λογική.
Στο πολιτικό-ιστορικό μέτωπο, η Türk Tarih Tezi και η Güneş Dil Teorisi επιχειρούν να κατασκευάσουν αυτοχθονία μέσω ψευδοεπιστημονικής γλωσσολογίας και ιστορίας που κανένας σοβαρός ερευνητής εκτός Τουρκίας δεν έχει ποτέ πάρει στα σοβαρά.
Στο πολιτισμικό-φιλολογικό μέτωπο, το Mavi Anadoluculuk κατασκευάζει πολιτισμική συνέχεια μέσω ψευδοετυμολογίας και αυθαίρετου συγκριτισμού.
Στο γεωπολιτικό μέτωπο, η λεγόμενη “Γαλάζια Πατρίδα” μετατρέπει μια γεωπολιτική αντίληψη περί θαλάσσιας ισχύος σε διεκδικητικό πλαίσιο θαλάσσιας κυριαρχίας ερμηνευμένο ώστε να εξυπηρετεί μια έκταση διεκδίκησης πέραν κάθε συμβατικού ορίου, με την προφανή απειλή πολέμου να λειτουργεί ως τελικό επιχείρημα όταν εξαντλείται η ρητορική και η διπλωματία.
Τα τρία αυτά μέτωπα δεν είναι τρεις τυχαίες συμπτώσεις. Είναι η ίδια νοοτροπία εφαρμοσμένη σε τρία διαφορετικά επίπεδα, και η πρόταση που τα συνδέει αξίζει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές. Η γεωγραφική συνέχεια δεν συνεπάγεται εθνοτική ή πολιτισμική συνέχεια, και το να το ξέρεις αυτό και να επιμένεις στο αντίθετο δεν είναι λάθος. Είναι επιλογή!
Το ότι η Ανατολία υπήρξε για χιλιετίες χώρος διαδοχής πολιτισμών – Χετταίων, Φρυγών, Ελλήνων, Ρωμαίων και τελικά Τούρκων – δεν καθιστά τον καθέναν κληρονόμο του προηγούμενου, ιδίως όταν ο τελευταίος στη σειρά επιδίωξε συστηματικά την εξαφάνιση του προτελευταίου. Αυτή ακριβώς η ιστορική ασυνέχεια είναι που γεννά την ανάγκη για μια διαρκή, βίαιη αναπλήρωση. Όπου δεν αρκεί η φυλή, επιστρατεύεται η γλώσσα· όπου δεν αρκεί η γλώσσα, επιστρατεύεται ο μύθος· όπου δεν αρκεί ο μύθος, επιστρατεύεται ο χάρτης και όπου δεν αρκεί ο χάρτης, επιστρατεύεται ο στόλος.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Αν η ελληνική απάντηση σε κάθε αφορμή – είτε πρόκειται για τον ψαρά και τον Όμηρο είτε για τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο – μείνει αποσπασματική, περιοριζόμενη στην ανασκευή του κάθε επιμέρους “τεκμηρίου” όταν εμφανίζεται, θα κερδίζουμε κάθε φορά τη μάχη, αλλά θα χάνουμε ολοένα και περισσότερο το νόημα του πολέμου.
Δεν πρόκειται για περιστασιακό λάθος μεμονωμένων συγγραφέων ή πολιτικών που παρασύρθηκαν. Πρόκειται για πάγια, οργανωμένη, κρατικά δομημένη πρακτική παραποίησης της Ιστορίας, με στόχο να μετατραπεί η γεωγραφική συνέχεια με την Ανατολία σε πολιτισμική και ιστορική συνέχεια με τους προτουρκικούς πολιτισμούς της – είτε αυτό λέγεται χώμα, είτε θάλασσα, είτε μύθος. Η επιμονή σε αυτή την πρακτική, γενιά μετά τη γενιά, καθεστώς μετά το καθεστώς, δεν είναι ατύχημα ιδεολογικής εκτροπής. Είναι στρατηγική επιλογή ενός κράτους που έχει επίγνωση της αδυναμίας του να θεμελιώσει την παρουσία του στην περιοχή σε τίποτα άλλο εκτός από τη διεκδίκηση αυτή καθεαυτή.
Η αναγνώριση αυτής της δομής μας δίνει κάτι πολυτιμότερο από τη μεμονωμένη ανασκευή κάθε νέου ισχυρισμού. Τη δυνατότητα να προβλεφθεί το επόμενο μέτωπο πριν καν ανοίξει, γιατί η λογική που το παράγει είναι ήδη γνωστή και καταγεγραμμένη.







